Home
  By Author [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Title [ A  B  C  D  E  F  G  H  I  J  K  L  M  N  O  P  Q  R  S  T  U  V  W  X  Y  Z |  Other Symbols ]
  By Language
all Classics books content using ISYS

Download this book: [ ASCII | HTML | PDF ]

Look for this book on Amazon


We have new books nearly every day.
If you would like a news letter once a week or once a month
fill out this form and we will give you a summary of the books for that week or month by email.

Title: Υπεράνθρωπος - Διήγημα
Author: Chatzopoulos, Kostantinos, 1868-1920
Language: Greek
As this book started as an ASCII text book there are no pictures available.


*** Start of this LibraryBlog Digital Book "Υπεράνθρωπος - Διήγημα" ***


Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words
have been included in &&.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό.
Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.  Λέξεις με
έντονους χαρακτήρες έχουν συμπεριληφθεί σε &&.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΦΕΞΗ



Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ


ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1915
ΛΟΓΟΤΕΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
ΦΕΞΗ

Κ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ


ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ


ΔΙΗΓΗΜΑ


ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ
1915


Υ Π Ε Ρ Α Ν θ Ρ Ω Π Ο Σ



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ



Είτανε τον καιρό που διάβαζα να δώσω εξετάσες στο Πανεπιστήμιο.
Πολεμούσα να μάθω απόξω τους ορισμούς και τις διάκρισες από τις
διάφορες Δουλείες — ένας από τους σοφούς που θα μας ξετάζανε απαιτούσε
να του απαντούμε με τα ίδια λόγια του βιβλίου του — όταν άνοιξε άξαφνα
η πόρτα κι ο ξάδερφός μου Νίκος Γκάβρας χύμησε στην κάμαρα:

«Είμαι τελειωμένος — θέλω γλήγορα καφέ. Έρχουμαι ίσια από το βαπόρι.
Ανέβηκα στην Αθήνα να δω εσένα μοναχά. Το βράδι ξαναφεύγω», είπε πριν
προφτάσω να καλοσηκωθώ και να χαιρετηθούμε.

Πήγα κι άναψα το καμινέτο, ενώ εκείνος ξαπλώθηκε στο κρεβάτι μου.

«Πας ναναλάβης τα καθήκοντά σου;» τονέ ρώτησα.

«Ποια καθήκοντά μου;» απάντησε αδιάφορα.

«Μην είταν άλλος Νίκος Γκάβρας;»

Δεν είταν πολλές μέρες που είχα δει στην εφημερίδα πως διορίστηκε
γραμματικός της Εφορίας στα Σάλωνα.

«Ουφ! Αηδίες του πατέρα μου. Με ξευτέλισε χωρίς να με ρωτήση».

«Ώστε δεν πας;»

«Αυτό δα μούλειπε!»

«Τότε για πού με το καλό; Είπες, φεύγεις απόψε».

«Φτιάσε πρώτα τον καφέ κ' έπειτα σ' τα λέω. Είμαι κατακομμένος. Δεν
έκλεισα μάτι οληνύχτα. Σα να μη φτάνανε οι κοριοί, είταν και τα βόδια
αποπάνω από το κεφάλι μου. Καλά κάνω και δεν ταξιδεύω ποτέ με το
παλιοβάπορο».

«Τι, με την «Πάρο» ήρθες;»

«Μ' αυτόν το διάολο. Αφού φόρτωσα τα καπνά μ' αυτό, μου δώσανε
μπιλιέτο τζάμπα».

«Ποια καπνά;» ρώτησα ενώ του έδινα τον καφέ.

«Πάω με καπνά στη Σύρα», είπε κι ανασηκώθηκε.

Τον κοίταξα: «Με καπνά στη Σύρα;!»

Κούνησε το κεφάλι: «Έλα, φέρε ένα τσιγάρο», είπε.

Του έδωσα το πακέτο μου με τον καπνό. Μα το πέταξε πάλι στο τραπέζι.

«Δεν μπορώ να στρίψω. Στείλε να μας πάρουν τσιγαρέτα».

Βγήκα στο παράθυρο και κοίταξα μην περνά στο δρόμο κανείς λούστρος.
Δεν μπόρεσα να δω κανέναν.

«Αδύνατο να πιω καφέ χωρίς τσιγάρο», είπε πάλι.

Αναγκάστηκα να φωνάξω τη νοικοκυρά μου. Της έδωσα ένα μονό και την
έστειλα στο καπνοπωλείο, που είτανε στη γωνιά του δρόμου.

Ο ξάδερφος μου σηκώθηκε και περπατούσε αμίλητος πέρα δώθε στην κάμαρα.
Είτανε κοντά στην πόρτα, άμα σε λίγο ήρθε η νοικοκυρά με τα τσιγάρα.
Τα πήρε από το χέρι της, της άφησε μια δεκάρα από τα ρέστα και πέταξε
τάλλα απάνω στο τραπέζι.

«Εμπόριο λοιπόν», του είπα.

Άναψε ένα τσιγάρο και ξανακάθησε μπροστά στον καφέ του.

«Εμπόριο, ναι· πώς, δε σ' αρέσει;»

«Ταιριάζει με την ποίηση πιότερο από το υπαλληλίκι;»

«Η ποίηση είναι ζωή κ' η ζωή είναι εμπόριο», είπε φυσώντας τον καπνό
σε ψιλά, ψιλούτσικα στεφάνια. «Τι με κοιτάς; Δεν το καταλαβαίνεις;»

Σηκώθηκε, έσκισε δυοτρείς φορές την κάμαρα, κοιτάζοντας το πάτωμα και
καπνίζοντας· έπειτα πέταξε το τσιγάρο του από τανοιχτό παράθυρο και
στάθηκε μπροστά μου:

«Τι με κοιτάς;»

«Που πέταξες το τσιγάρο. Δε σ' αρέσει ο καπνός;»

«Δεν καπνίζω ποτέ τσιγάρο πέρα από δέκα ρουφιξιές».

«Κακό συνήθιο για έναν έμπορο. Το εμπόριο θέλει οικονομία».

«Κολοκύθια! Προϊστορικές ιδέες! Αυτού βρίσκεται ακόμα το εμπορικό σου
δίκαιο; Το εμπόριο είναι έμπνευση, πες του καθηγητή σου. Τόλμη,
κίνδυνος σαν τη ζωή. Γι' αυτό είναι ποίηση· με νοιώθεις;»

«Πώς όχι! Μόνο πού βρήκες τα κεφάλαια δε νοιώθω».

Χαμογέλασε: «Αυτό είναι ίσα ίσα η τέχνη», είπε.

«Έβαλες στο χέρι κάνα σύντροφο;»

«Τον πατέρα μου».

«Άρχισε πάλι ο θειος τα εμπόρια;» μου ξέφυγε ο λόγος ξέροντας πως ο
πατέρας του είτανε καταστρεμμένος έμπορος.

«Αυτή τη φορά μονάχα. Θα του δώσω τα μισά απ' ό, τι βγάλω», είπε ο
Νίκος.

«Κ' ύστερα θα ξακολουθήσης μοναχός;»

«Θα δω· α δε βγάλω περιοδικό».

Τον κοίταξα με κάποιο ξάφνισμα: «Έχεις πολλά καπνά μαζί σου;»

«Πενήντα τόσα δέματα».

«Πολλές οκάδες;»

«Εδώ έχω τη φορτωτική», είπε κ' έδειξε την τσέπη του.

«Και δεν κοιτάς να τα πουλήσης εδώ; Ή έχεις πιότερες εμπορικές
γνωριμίες στη Σύρα;»

Δε μου απάντησε. Ρούφηξε ακόμα μια φορά το φλιτζάνι του και ξαπλώθηκε
στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι μουρμούριζε κάτι μέσα από τα δόντια
του.

«Ε, δεν είτανε καλή ιδέα;» γύρισε και μου είπε άξαφνα σαν περάσανε
μερικές στιγμές.

«Ποια ιδέα;»

«Να κάμω εμπόριο».

«Λαμπρή· μόνο που δε θυμάσαι πόσο πράμα έχεις μαζί σου».

«Εδώ έχω τη φορτωτική, γελοίε!» Έβαλε το χέρι στην τσέπη κ' έβγαλε ένα
μάτσο χαρτιά: «Θα την έχω στη βαλίτσα», είπε αφού έψαξε και δεν τη
βρήκε.

«Εκείνη εκεί δεν είναι;» ρώτησα δείχνοντας ένα μαβί χαρτί διπλωμένο
στα δυο.

«Όχι», είπε ανοίγοντάς το.

Είδα πως είτανε στίχοι γραμμένοι με μολύβι.

«Άσε τότε τη φορτωτική και διάβασέ μου το ποίημα», είπα.

Με κοίταξε κ' έπειτα κοίταξε στο χαρτί: «Πρέπει ναλλάξουνε καναδυό
λέξες. Τόγραψα βιαστικά σήμερα το πρωί».

«Στο βαπόρι;».

Κούνησε το κεφάλι: «Σα δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ανέβηκα πάνω ότι
θαμποχάραζε. Δε φαντάζεσαι τι μαγεία, τι μυστήριο που είταν το
ξημέρωμα. Τάστρα τρεμοσβήνανε· τα κύματα, τα βουνά στο μάκρος — !»

«Δε μου διαβάζεις καλήτερα το ποίημα;»

Το δίπλωσε και τόβαλε στην τσέπη.

«Έλα, διάβασε το τώρα· μην το βάζης μέσα».

Με κοίταξε μια στιγμή λίγο δισταχτικά. Έπειτα: «Άκου να σ' το πω
λοιπόν», είπε και βάζοντας το ένα πόδι απάνω στάλλο, άρχισε:

   «Πριν το δάσος να φωτίση,
   πριν ξυπνήσουν τα πουλιά,
   τρέμει τάστρο για να σβήσει
   στα κατάχλωμα μαλλιά,
   με προσμένει εκεί στη βρύση
   το παιδί του βασιλιά».

Σταμάτησε και με κοίταξε στα μάτια. Έπειτα ξανάρχισε, χαμηλώνοντας
βραχνά τη φωνή:

   «Τι σου αγάπησε, θλιμμένη,
   το παιδί του βασιλιά;
   Τη φωνή μου τη χαμένη
   και τα ξέπλεκα μαλλιά.
   Μιαν αυγή θαμπή του Απρίλη
   μ' ηύρε μόνη στην πηγή
   και μου φίλησε τα χείλη
   και μου πήρε τη φωνή.
   Και μου ξέπλεξε στον ώμο
   τα κατάχλωμα μαλλιά.
   Μη με βρη η αυγή στο δρόμο,
   μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Έπαψε και με ξανακοίταξε.

«Είναι το ποίημα, που είπες πως έγραψες την αυγή;» ρώτησα.

«Ναι».

Μα δεν άκουσα ούτε βουνά, ούτε κύματα, ούτε — »

«Μην ήθελες νακούσης και το ρουχαλητό των Αρβανιτάδων, που κοιμόντανε
στο κατάστρωμα; Ειρηνοδίκη!»

Γέλασα: «Με συμπαθάς· δεν καταλαβαίνω πολύ από ποίηση», του είπα,
καθώς είναι κ' η αλήθεια.

«Την ποίηση την αισθάνουνται· δεν την καταλαβαίνουν». Σηκώθηκε και
περπάτησε πάλι στην κάμαρα με σκυμμένο το κεφάλι. Έπειτα πήγε στο
παράθυρο και στάθηκε, θωρώντας όξω και μουρμουρίζοντας:

*

   Μη με βρη η αυγή στο δρόμο,
   μην ξυπνήσουν τα πουλιά».

Τον κοίταξα.

«Έλα, σήκω ντύσου νάβγουμ' όξω. Βαρέθηκα εδώ μέσα», είπε άξαφνα,
πετώντας το τσιγάρο του άμα γύρισε και μ' είδε.

«Πού θες να πάμε;» ρώτησα.

«Να φάμε! Πεινώ· κοντεύει μεσημέρι».

Πήρα και ντύθηκα και σε λίγο είμαστε στο δρόμο. Έτρωγα σ' ένα από τα
μικρά ξενοδοχεία της Ομόνοιας κι ο ξάδερφός μου με ακολούθησε εκεί
δίχως αντιλογία.

Η χινοπωριάτικη μέρα, σκουντουφλιασμένη κ' έτοιμη για βροχή την ώρα
που μπήκαμε στο ξενοδοχείο, είχε ξαστερώσει πάλι σαν αποφάγαμε και
ξαναβγήκαμε όξω. Κλεισμένος καθώς είμουνα πολλές βδομάδες, μια κ'
έχασα το διάβασμα εκείνη την ημέρα, μου ήρθε όρεξη νανασάνω λίγον
καθαρόν αέρα.

«Δεν πάμε σε καμιά εξοχή;» είπα του Νίκου.

«Πάμε πρώτα ως το Σύνταγμα. Τρέξε να πάρουμε το τραμ», απάντησε και
τάχυνε το βήμα.

Το πήραμε και μας έφερε στο Σύνταγμα. Πρι να σταματήση, ο Νίκος πήδησε
και μπήκε σ' ένα από τα καφενεία εκεί. Άμα σε λίγο μπήκα και γω από
την άλλη πόρτα, τον είδα που έστεκε και κοίταζε στα τραπέζια γύρω του,
σα να γύρευε κάποιον.

«Ούτε από το τραμ να πηδάς δεν έμαθες ακόμα», μου είπε όταν τονέ
σίμωσα.

«Θες να καθήσουμε;»

«Όχι», είπε και κίνησε κατά την πόρτα.

Καθώς βγαίναμε, μου έδειξε ένα μεσόκοπον κύριο, που καθότανε μοναχός
σ' ένα τραπέζι και διάβαζε εφημερίδα.

«Ποιος είναι;» τονέ ρώτησα.

«Ο λόγιος Καραβέργας. Δεν τον έχεις ακουστά;»

Στάθηκα και τον ξανακοίταξα με τρόπο. Δεν είχε απάνω του τίποτες
φανταχτερό, που να τον ξεχώριζε από τους συνηθισμένους ανθρώπους.

«Τι γράφει;» ρώτησα.

«Πολλά και διάφορα».

«Είναι καλός;»

«Ο καλήτερος για το πούμπλικο. Περιγράφει καταλεπτώς, δεν αφίνει
τίποτες ανείπωτο. Νοιώθει την τέχνη σαν και λόγου σου».

«Δε γνωρίζεστε;»

«Γνωριζόμαστε, μα κάνει το σπουδαίο. Άμα με είδε από τον καθρέφτη που
έμπαινα, ζύγωσε την εφημερίδα κοντήτερα στα μάτια του. Με το
ψευτοσοβαρό κοιτάζει να κρατήση τη θέση του στην τέχνη. Ας πιάσω
δυοτρείς χιλιάδες στα χέρια μου και βλέπεις πώς τους βάζω στη θέση
τους όλους τους παρακεντέδες».

Περάσαμε στο αντικρινό το πεζοδρόμιο. Έφερε μια βόλτα και τον άλλον
καφενέ και ξαναβγήκε, σέρνοντάς με κατά την πλατεία του παλατιού.
Καθώς πηγαίναμε, άξαφνα κατέβασε το γύρο του καπέλου του και σήκωσε το
γιακά από το σακάκι.

«Κρυώνεις;» τονέ ρώτησα.

«Ο ήλιος καίει, διάολε! Δεν εννοεί να χειμωνιάση», μουρμούρισε και
κάνοντας δυο μεγάλα βήματα, με άφησε πίσω του.

Ακολούθησα κοιτάζοντάς τον. Ο ήλιος δεν έκαιγε μονάχα, μα γιάλιζε
κιόλας αλύπητα την τριμμένη φορεσιά του. Οι αγκώνες λίγο θέλανε να
τρυπήσουν και κάτω στις άκρες του πανταλονιού του γνώρισα την
ιδιοτροπία της θειας μου να μη μαντάρη ποτέ της φάγωμα με το ίδιο το
χρώμα του ρούχου.

Δεν είχαμε φτάσει ακόμα στη γωνιά του δρόμου, όταν άξαφνα σταμάτησε.

«Δεν μπορώ να πάρω ανήφορο· μου πιάνεται η αναπνοή», γύρισε και μου
είπε βάζοντας το χέρι στο στήθος.

«Παράφαγες», μουρμούρισα.

Με αγριοκοίταξε: «Αστείος είσαι».

«Τότε τι έπαθες;»

«Ό,τι πάντα».

«Τι;»

«Είμαι ασθματικός».

«Από πότε;»

«Από πάντα».

Είχα να τονέ δω λίγους μήνες μόνο. Ως τότε δεν είχα ακούσει τίποτε.
Ήξερα μονάχα πως υπόφερε από πυρετούς. Σ' αυτούς και στο ποιητικό του
φυσικό έρριχνα τη χλωμάδα της θωριάς του.

«Τότε δεν έπρεπε να εκτεθής στις συγκίνησες του εμπορίου», έκαμα να
του πω.

«Ουφ, είσαι βαρετός, καημένε», μ' έκοψε απότομα και ξαναγύρισε κείθε
δαγκάνοντας τα χείλια.

Τονέ λυπήθηκα και θέλησα να τονέ βοηθήσω πιάνοντας το μπράτσο του.
«Πάμε να καθήσουμε στον καφενέ», έκαμα πάλι να του πω· μα εκείνος είχε
γνέψει κιόλας αντικρινά, και δυο αμάξια τρέξανε με μιας ποιο να
πρωτοφτάση.

Πήδησε σ' ένα απ' αυτά και μου έκαμε και μένα νόημα νανέβω.

Κάθησα κοντά του και το αμάξι κίνησε. Δεν άκουσα καλά που είπε του
αμαξά να μας πάη, ούτε τόλμησα να ρωτήσω.

Δεν τους παραξέρω τους δρόμους του Κολωνακίου, για να θυμηθώ σε ποιόνε
σταματήσαμε. Μου είπε να πλερώσω τον αμαξά και να περιμείνω, μια
στιγμή, κι αυτός κατέβηκε γλήγορα και μπήκε σε μια πόρτα.

Θα τον περίμενα ίσια με τρία τέταρτα όσο που ξαναβγήκε. Έπιασε το
μπράτσο μου και τραβήξαμε προς ταπάνω. Είτανε φαιδρότερος και στον
ανήφορο τώρα ξέχασε το άσθμα του.

«Σε ποιόν έκαμες τόσο σύντομη βίζιτα»; τονέ ρώτησα.

«Σ' ένα φίλο και συνάδερφο».

«Στις Μούσες ή στο εμπόριο;»

«Ουφ, άσε τις κοινοτοπίες, σαχλέ», μου είπε απότομα.

Σε μια πόρτα ανοιχτή ένα δουλικό έπλενε τη μπασιά. Σα μας είδε
χαμογέλασε.

Ο Νίκος στάθηκε.

«Σ' αρέσει;» ρώτησα βλέποντας το εκστατικό του.

«Τα μαλλιά της στην αντηλιά. Και το χαμόγελο της έχει κάτι της Λουίζας
Τζοκόντας», είπε χωρίς να κουνηθή.

«Και τα πόδια της μες τα νερά!»

«Χυδαίε!» Στράβωσε τα μούτρα κι άφησε το μπράτσο μου.

Σε λίγο φτάσαμε σ' ένα καφενεδάκι με μια λεύκα ψηλή μπροστά στην πόρτα
του και μια βρύση σιδερένια πλάι στη λεύκα. Ένας κύκλος νέοι είτανε
καθισμένοι σ' ένα από τα τραπέζια όξω στο πεζοδρόμιο. Ο Νίκος τράβηξε
ίσια κατ' αυτούς και γω κοντά του. Άμα τον είδαν, ανασηκωθήκανε όλοι
και τον προσδεχτήκαν, ένας κιόλα ψηλός, λιγνός, με κόκκινα μαλλιά που
μοιάζανε σαν περούκα, με μούσι μυτερό και με σταχτιά ζακέτα μακριά
ίσια με το γόνα, τον αγκάλιασε και τονέ φίλησε. Μονάχα ένας δεν
κουνήθηκε ολότελα από τη θέση του, παρά του άπλωσε μόνο το χέρι απάνω
από το τραπέζι. Θα είταν έξι ως εφτά νέοι. Χλωμοί, αδύνατοι, σκυφτοί
οι περισσότεροι, με μακριά μαλλιά και φορεσιές ένα βαθμό παραπάνω ή
παρακάτω από του ξαδέρφου μου. Κατάλαβα πως είχα πέσει σε φωλιά λογίων
και κείνο που μου χτύπησε πιο πολύ στα μάτια είταν πως όλοι τους
είχανε ξουρισμένο το μουστάκι.

Ο Νίκος κάθησε σε μια καρέκλα και γω στο πλάι του. Να με συστήση στον
κύκλο το βρήκε περιττό.

«Απάνω στην ώρα ήρθες, Μαινάλκα», είπε του ξαδέρφου μου ένας από τους
συγκαθούμενους: «Ο Θέμης Φλοίσβος μας διαβάζει το καινούργιο δράμα
του».

«Τότε να πιάσω πάλι από την αρχή», πετάχτηκε τούτος, γυρίζοντας απάνω
στο γόνα του τα φύλλα του χειρόγραφου.

«Όχι· τράβα γραμμή. Του Μαινάλκα του διαβάζεις την αρχή άλλη ώρα»,
είπε κείνος που χαιρέτησε το Νίκο δίχως να σηκωθή.

Οι άλλοι δε μιλήσανε κι ο Θέμης Φλοίσβος άρχισε, ξακολούθησε δηλαδή το
διάβασμα. Είταν ο πιο άγριος κ' ελεεινός στην ειδή απ' όλους. Μαύρος,
ξεραγκιανός, με ορθά μαλλιά και γουρλωμένα μάτια. Στα μάγουλά του
κρεμότανε αριό το πρώτο χνούδι, ο λαιμός του ξέβγαινε λιγνός,
καμπυλωτός απάνω από μια μουντή στενή λουρίδα, που φαινότανε στη θέση
του κολάρου δεμένη μπροστά μ' ένα τρίχινο σκοινί για λαιμοδέτη, και
στα δάχτυλά του, που τρέμανε νευρικά κρατώντας το χειρόγραφα, τα νύχια
μαυρίζανε μελανότερα από τα μάτια του. Η φωνή του πότε βαρειά σα
μπουμπουνητό, πότε βαθειά σα ναρχότανε από άλλον κόσμο.

Φυσικά, από τη μέση καθώς το άκουσα, μου είταν αδύνατο να μπω στο
νόημα του έργου. Το μόνο που κατάλαβα είναι πως είτανε σε στίχους πότε
κοντούς πότε μακριούς, αλλού με ρίμες αλλού δίχως. Μου φάνηκε πως
παιζότανε ανάμεσα ουρανού και γης, νυχτιάς και μέρας, την ώρα που
χτυπά τη πόρτα του &πνεμάτου& ο θάνατος, που παλεύει η αθανασία με τη
φθορά. Ήρωας του είταν η ψυχή του Σύμπαντος. Από τάλλα πρόσωπα δεν
μπόρεσα να κρατήσω σωστό λογαριασμό. Η Ελένη κι ο Σενέκας παίζανε
μεγάλο μέρος. Δαιμόνοι και δρακόντοι, στοιχιά και νεράιδες, εωσφόροι
και κατσίβελοι, η Αθηνά η Ρουθ, η Εύα, ο Φοίβος, ο άγιος Πολύκαρπος, η
Δήμητρα ο Αχιλλέας, ο Προμηθέας, ο Κολοκοτρώνης καυγαδίζανε στον κήπο
της Αμίντας, ανίσως δε γελιούμαι, ο Άριελ είχε ερωτικό συναπάντημα με
την Ηρώ, ο Μωάμεθ μονομάχησε με το Διγενή Ακρίτα, η Αρέθουσα ή
Αρετούσα σκότωσε τον Κάστορα, γέλασε τον Πολύφημο, έφυγε με τον
Καρλομάγνο, η Κασσάντρα τραγούδησε ένα πεσσιμιστικό σονέττο δίχως
ρίμες, τα δέντρα της απαντήσανε με θυμό σε ομηρικό εξάμετρο, τέλος
κάποιος Καβαλκάντης, ιππότης ή ημίθεος δεν κατάλαβα, έκλεισε το όραμα
μ' έναν πανθεϊστικό μονόλογο.

«Το στερνό θυμίζει κάποιο ποίημα του Γκαίτε», μουρμούρισε, αποπίσω
μου, του Νίκου εκείνος που καθότανε κοντά μου.

«Κ' η μορφή του Γεμιστού, καθώς τονέ φέρνει στην τρίτη πράξη, είναι
απήχηση του Μεφιστόφελη», απάντησε ο Νίκος.

Γενικά η υποδοχή δε στάθηκε τόσο θερμή. Μόνο εκείνος, που είχε φιλήσει
πρωτήτερα τον ξάδερφό μου, σηκώθηκε και του έσφιξε το χέρι.

«Δεύτερο όνειρο θερινής νυκτός», είπε κοιτάζοντας εκείνον που δεν είχε
σηκωθή να προσδεχτή το Νίκο.

«Κάτσε κάτω, Βελαδράπα», είπε τούτος, τραβώντας τον από την ουρά της
ζακέτας του και ρίχνοντας μια ματιά σε μένα.

Είταν ο μόνος που καταδέχτηκε να με προσέξη. Την ώρα που διαβαζότανε
το δράμα μού είχε ρίξει μιαδυό παρόμοιες ματιές, που μου δώσανε την
υποψία πως δεν άκουγε το συναξάρι με την ίδια κατάνυξη που το ακούγανε
οι άλλοι γύρω του. Αυτό μ' έκαμε να τον προσέξω και γω. Δεν είταν τόσο
νέος όσο τον πήρα την πρώτη στιγμή χάρη στο ξουρισμένο μουστάκι του.
Κάποιες ζαρωματιές στα μάγουλα και ψαρές τρίχες πλάι σταυτιά δείχνανε
πως δεν είταν πια στην πρώτη νιότη. Το ντύσιμό του ακόμα τον πρόδινε
για άνθρωπο του κόσμου πιότερο παρά για ποιητή. Καθαρός και
περιποιημένος, με δροσερή, ζωηρή όψη. Μου φαινότανε σα να τον είχα δει
συχνά στους καφενέδες που μπήκαμε πρωτήτερα με το Νίκο. Η μορφή του, η
στάση, τα κινήματά του μοιάζανε σα νάτανε μαθημένα, αναπτυγμένα μέσα
κει. Ο τρόπος που έβαζε το ένα πόδι απάνω στάλλο, που έσιαζε το
πανταλόνι, που κοίταζε τα παπούτσια του, που φορούσε το καπέλο, που
έδενε το λαιμοδέτη, που βαστούσε το μπαστούνι, που μισόκλεινε τα
μάτια, όλα φαινότανε πως είτανε ζυγιασμένα καλά μπρος στον καθρέφτη.
Μια του χερονομία δυοτρείς φορές είταν και κείνη για να δείξη το
διαμαντένιο δαχτυλίδι του και τα χρυσά κουμπιά στο φρεσκοσιδερωμένο
μανικέτι. Πολλές στιγμές, εκεί που διαβαζότανε το δράμα, ρώτησα τον
εαυτό μου τι ήθελε αυτός ο ντιστεγκές μέσα στην άθλια αυτή φάλαγγα.
Είχα ακουστά πως πολλοί διαλεχτοί της κοινωνίας έχουν την αδυναμία
νανακατεύουνται με τους αλήτες διαλεχτούς του νου, και μια τέτοια
ιδιοτροπία φανταζόμουνα πως είχε φέρει και τον αριστοκράτη αυτόν σε
κείνη την παράξενη συντροφιά. Φαινότανε πως τονέ διασκέδαζε το πράμα·
Δεν άφινε να πάη χαμένη καμιά περίσταση για να διακόψη την ποιητική
απόλαψη με μορφασμό ή με λόγο, που μιαδυό στιγμές κάμανε και τον ίδιον
το δραματογράφο να ξεκαρδιστή στα γέλια. Είχε την προσοχή του τόσο στο
δράμα, όσο και στους καθισμένους γύρω του. Κ' ενώ διόρθωνε μια
χασμωδία στο στίχο, ή σύσταινε ναλλαχτή μια λέξη, ή λογόπαιζε με
κάποια φράση, είτανε σύχρονα κι ο ευταξίας της φάλαγγας. Θύμιζε του
Βελαδράπα να μαζέψη την ουρά της ζακέτας του που σερνότανε στο χώμα,
έκανε νόημα του ενός να μην τρώη τα νύχια του, του άλλου να μη φτύνη
κάνοντας θόρυβο με το λαρύγγι του, χτυπούσε με το μαστούνι του έναν
τρίτο που σκάλιζε τη μύτη και απανωτά το δραματικό που ξυνότανε ολοένα
στο σβέρκο του εκεί που διάβαζε.

«Καλό είναι το δράμα σου, Φλοίσβε», είπε όταν ο Βελαδράπας κάθησε στη
θέση του· «ένα μόνο δεν κατάλαβα. Γιατί βγαίνει ο Αρναούτης και κυνηγά
τον Πάρι»;

«Ο Αρναούτης είναι το σύμβολο της ηθικής των αστών, των νόμων», ξήγησε
ο ποιητής.

«Ο αστυνόμος δηλαδή του δράματος».

«Ναι, κάτι τέτοιο».

Όλοι σκάσανε τα γέλια.

«Ποιος είν' αυτός;» βρήκα την περίσταση και ρώτησα το Νίκο.

«Ο ποιητής Βιδούρης».

«Είναι ψευδώνυμο;»

«Μισοψευδώνυμο· Βεδούρα λέγαν τον πατέρα του», μου σφύριξε ο πλαγινός
που άκουσε το ρώτημα, ένας κοντακιανός, σγουμπός νέος με ματογιάλια
και μ' ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά του όλη την ώρα.

«Μαινάλκα! Πού βρέθηκες εδώ;» άκουσα την ίδια στιγμή πίσω μου μια φωνή
κι ο ρουμελιώτικος αχός της, που τόσο λίγο ταίριαζε στην περιοχή αυτή,
με ξάφνισε. Γύρισα κ' είδα το Νίκο να φιλιέται μ' έναν καλοκαμωμένο
και καλοντυμένο νέο· Ο ποιητής Βιδούρης με κοίταξε πάλι και δεν ξέρω
και γω γιατί χαμογέλασα. Σα να με κολάκεψε το καταδεχτικό του. Οι
άλλοι, αν έπεφτε τυχαία το μάτι τους απάνω μου, με κοιτάζανε μ' έναν
τρόπο που έδειχνε πως απορούσανε για την αδιακρισία ενός άγνωστου και
τιποτένιου νάρθη να καθήση στον κύκλο τους. Από τη στιγμή μάλιστα που
ο νιοφερμένος ήρθε και κάθησε ανάμεσα από μένα και το Νίκο, μου
φαινότανε πως χωρίστηκα ολότελα από τον κόσμο. Τόσο στενοχωριόμουν και
ξενευόμουνα. Σ' ένα τραπέζι πίσω από τον ποιητή Βιδούρη καθόταν ένας
κύριος ηλικιωμένος. Μιαδυό φορές είδα τον ποιητή που γύρισε και του
είπε κάτι, μου φάνηκε σα να του πήρε κιόλα ή τούδωσε τσιγάρο· δε
θυμούμαι. Όμως μου έκαμε εντύπωση ο τρόπος που του μίλησε. Έτσι
μιλούνε μόνο στους υπερέτες, στους υποταχτικούς. Για υπερέτης του δεν
έμοιαζε· ο τρόπος του, η φορεσιά, το ύφος του σα να πρόδινε τον
απόστρατο αξιωματικό. Ίσως νάτανε φίλος του, ίσως μόνο θαυμαστής του
και τον ακολουθούσε σα σκυλί. Ό,τι κι αν είταν, τονέ συμπάθησα τον
άνθρωπο και κάποια στιγμή δοκίμασα να σηκωθώ να πάω να καθήσω δίπλα
του, να τον παρηγορήσω και να με παρηγορήση για την αδικιά που μας
έγινε να γεννηθούμε ασήμαντοι άνθρωποι.

Μα η συζήτηση τριγύρω μου άρχισε να σοβαρεύη και νανάβη. Ο φίλος του
Νίκου, που ήρθε και κάθησε κοντά μου, φαινότανε πως μόλις είχε ρθη από
τη Γερμανία και μιλούσε γι' αυτή μ' ενθουσιασμό που δεν τονέ
συμεριζότανε όλη η φάλαγγα.

Όσο κι αν ξεσπάθωσε με το μέρος του ο Θέμης Φλοίσβος, οι περισσότεροι
φαινόντανε πως συμφωνούσανε με το Βελαδράπα και το σγουμπό με τα
γιαλιά, που υποστηρίζανε πως όχι μόνο το γερμανικό πνεύμα είναι
κατώτερο από το λατινικό, αλλά και πως γνήσιος κληρονόμος του
ελληνικού είναι το λατινικό. Σε κάθε λόγο των αντίγνωμων ο
γερμανόφιλος στο πλάγι μου λάγγευε, κουνούσε τον ώμο του και το σαγόνι
με σπασμούς που τον τρομάζανε κανέναν.

«Κολοκύθια», φώναζε με τη ρουμελιώτικη προφορά του «Κληρονόμοι του
Αισχύλου και του Φειδία είναι ο Σαίξπηρ, ο Γκαίτε κι ο Μπαίκλιν».

«Η ιταλική αναγέννηση είναι το πρώτο ξανάζημα της αρχαιότητος, που το
χρωστά ο κόσμος στο Μιχαήλ Ψελλό και στον Πλήθωνα. Ο Σαίξπηρ είναι
μιμητής της Αναγέννησης, ο Γκαίτε αντιγραφέας», απάντησε πιο ήσυχος ο
σγουμπός με τα γιαλιά σε αλαφρό εφτανησιώτικο τόνο.

«Ο Γκαίτε αντιγραφέας!» φώναξε ο πλαγινός μου αγριεμμένος.

«Ο Γκαίτε είτανε μεγάλος άνθρωπος, πνευματικός αριστοκράτης, όχι όμως
και μεγάλος ποιητής», ξαναείπε ο πρώτος.

Στο γενικό ανακάτωμα δεν μπόρεσα να καταλάβω ποια γνώμη νίκησε. Ο
διπλανός μου λάγγευε, χερονομούσε νευρικά, ο Βελαδράπας είχε σηκωθή
ορθός, ο Νίκος είτανε με την ιδέα του φίλου του και τάβαλε μ' έναν
άλλον αντίκρυ. Ο ακόλουθος του Βιδούρη ζύγωσε το κάθισμά του κι άκουγε
με προσοχή.

«Κληρονόμοι του Αισχύλου, του Νταβίντσι και του Καλδερόν είναι ο
Λεκόντ Ντελίλ, ο Ντανούντσιο κι ο Δεκάστρος», πετάχτηκε πάλι ο
σγουμπός με τα γιαλιά, που στο μεταξύ είχε σκύψει στο βιβλίο του και
φαινότανε πως δεν πρόσεχε στη συζήτηση.

«Βρε γελοίε», φώναξε ο Θέμης Φλοίσβος, «θα συγκρίνης το Λεκόντ Ντελίλ
με τον Αισχύλο; Νάλεγες κάνε το Δάντε!».

Ο Βελαδράπας θύμωσε: «Άκου τον κουτεντέ! Μα δεν είναι Ιταλός ο
Δάντες;»

«Ποιος σε γέλασε;» αναταράχτηκε ο πλαγινός μου. «Ο Δάντες είναι
γερμανικής καταγωγής. Όλοι οι μεγάλοι είναι Γερμανοί, όλη η Αναγέννηση
έχει γερμανικό χαραχτήρα. Ό,τι τρανό έχει ο κόσμος είναι γερμανικό».

Ο Βιδούρης κοίταζε μια τους συζητητές, μια τα παπούτσια του.

«Ο Φάουστ δεν είναι η γερμανική μεταμόρφωση του Προμηθέα;» ξακολούθησε
ο πλαγινός μου.

«Γερμανικές κουταμάρες», φώναξε ο Βελαδράπας κι ο σγουμπός γέλασε
σαρκαστικά.

«Για πρόσεξε! Άμα μιλώ εγώ να μη γελάς».

«Και τι είσαι συ;»

«Σου τα βγάζω ταυτιά, αυτό είμαι».

«Κι ο Υπεράνθρωπος στη Γερμανία βγήκε», φώναξε την ίδια στιγμή ο Θέμης
Φλοίσβος και ξύστηκε στο σβέρκο του.

«Σώπα εσύ μπαίγνιο», του είπε ο Βελαδράπας.

Πριν προλάβη να φυλαχτή, ένας μπάτσος του άστραψε στο πρόσωπο κ' έτσι
άξαφνα βρέθηκε αναστατωμένη όλη η φάλαγγα. Χύμησα κ' έπιασα το Θέμη
Φλοίσβο, που είχε αδράξει το Βελαδράπα από τα μαλλιά και τα τραβούσε,
σα να ήθελε να μου βγάλη την υποψία πως είτανε περούκα. Με μια
τρικλοποδιά, που του έβαλε, τον είχε ρίξει χάμω. Τούτος πάλι τον
άρπαξε από το σκοινί που είχε δεμένο στο λαιμό για λαιμοδέτη. Τρόμαξα
να τους χωρίσω.

Αν κι ο γερμανόφιλος έβγαλε ταυτιά του σγουμπού με τα γιαλιά, δεν
έλαβα καιρό να γυρίσω να δω. Στη γενική αναμπουμπούλα, μόνο ο Βιδούρης
είχε μείνει ατάραχος στο κάθισμά του. Ξεκαρδισμένος στα γέλια,
τραβούσε από την ουρά το ζακέ του Βελαδράπα.

Άμα ησύχασα τον άγριο δραματογράφο και γύρισα να δω τον ξάδερφό μου,
τούτος είχε πάρει το φίλο του κ' έστριβε στη γωνιά του δρόμου. Ένας
ένας φύγανε κ' οι άλλοι κ' έμεινα μόνος να βοηθήσω το Βελαδράπα να
τινάξη τα ρούχα του από τις σκόνες.

«Να σας γνωρίσω. Ο κ. Αγγελής Πετροδίκης, Φλώρος Θυμάρης εν Αρκαδία. Ο
κύριος — », είπε ο ποιητής Βιδούρης κοιτάζοντάς με.

«Άκουσα Βελαδράπας», μουρμούρισα, αφού είπα τόνομά μου.

«Όχι· αυτό είναι για τη μεταξύ μας χρήση», ξαναείπε ο Βιδούρης, μας
έβγαλε με φόρα το καπέλο του και πήδησε στο αμάξι, που πήγε και του
έφερε στο μεταξύ ο παράξενος ακόλουθός του.



2



Ξαναγύρισα στο Πραγματικό μου Δίκαιο και σε δυοτρείς μέρες είχα
ξεχάσει ολότελα τους ποιητικούς καυγάδες μπροστά στις ένοιες τις δικές
μου. Σε δυο βδομάδες έπρεπε νάδινα εξετάσες. Αν περνούσε καμιά στιγμή
στο νου μου ο Νίκος, τονέ φανταζόμουνα στη Σύρα να παζαρεύη τα καπνά
του.

Θάχανε περάσει πεντέξι μέρες. Γυρίζοντας από το ξενοδοχείο, που πήγα
να φάω το μεσημέρι, έμαθα από τη νοικοκυρά μου πως ήρθε κάποιος και με
γύρεψε την ώρα που έλειπα. Το μόνο σημάδι, που μου έδωσε από τον
άγνωστο, είταν πως είχε ξουρισμένο το μουστάκι. Μου πήγε αμέσως ο νους
στο Βελαδράπα. Όταν είχα μείνει μοναχός μαζί του ύστερα από τον καυγά,
μούταξε πως θάρθη μια από κείνες τις μέρες σπίτι μου, να μου φέρη τα
κιτάπια, απόπου είχε κλέψει ο Θέμης Φλοίσβος τα περσότερα μέρη στο
δράμα του. Έτσι φοβήθηκα μην είναι αυτός, σύρτωσα την πόρτα κ' έγυρα
στο κρεβάτι μου ναναπαυτώ.

Δίχως να το θέλω με πήρε ο ύπνος και με πήρε για να ξαφνιστώ περσότερο
και να πεταχτώ τρομαγμένος από ένα τράνταγμα της πόρτας. Έτρεξα εκεί
διστάζοντας αν πρέπη νανοίξω ή όχι.

«Έλα τώρα, αστείε· άνοιξε· μέσα είσαι», γνώρισα τη φωνή του Νίκου.

Δεν μπόρεσα να κρατήσω τα γέλια, σαν άνοιξα την πόρτα. Είταν ο Νίκος
δίχως το μουστάκι του.

«Τι γελάς, χάχα;» μου είπε, μ' έσπρωξε και τράβηξε και κάθησε στο
κρεβάτι μου, πετώντας στο τραπέζι το καπέλο του με κίνημα, που πρώτη
φορά το παρατηρούσα σ' αυτόν και που δε φαινότανε να τόχε ακόμα
μαθημένο καλά.

«Δε σε περίμενα πως θάχες τόσο εμπορικό μυαλό. Ε, βγάλαμε πολλά; Με
γεια τα ρούχα κιόλας. Συριανά είναι;»

Δε μου απάντησε. Πήρε την εφημερίδα από το τραπέζι και την έφερε κοντά
κοντά στα μάτια του, μισοκλείνοντάς τα.

«Μπα! Έγινες και κοντόφταλμος στη Σύρα;»

Δε με πρόσεξε πάλι. Λάγγεψε μόνο, κουνώντας νευρικά ώμο και σαγόνι
μαζί. Σαν είδα πως δεν είχε όρεξη για κουβέντα, πήρα και γω το βιβλίο
μου και κάθησα κοντά στο παράθυρο.

Πέρασε λίγη ώρα δίχως μιλιά.

«Να, δες τα πάλι!» Σηκώθηκε άξαφνα πετώντας την εφημερίδα και
χτυπώντας με το χέρι το τραπέζι.

Ξαφνίστηκα: «Τι είναι;» ρώτησα.

«Όλο στη Γαλλία, όλο με τη Γαλλία!»

«Τι έκαμε η Γαλλία;»

«Να, τα θωρηχτά τα στέλνουνε να καθαριστούνε κει».

«Πού ήθελες να πάνε;»

«Στη Γερμανία».

«Γιατί; Καθαρίζουνε καλήτερα στη Γερμανία;»

«Βέβαια καλήτερα. Όλα τα κάνουνε καλήτερα στη Γερμανία. Μα εμείς όλο
με τη Γαλλία. Από τη Γαλλία παραγγελίες, από τη Γαλλία αναμορφωτές,
γαλλικές στολές ο στρατός, γαλλικό συρμό ο κόσμος, γαλλικά στα
σκολειά, γαλλικά μιλεί η καλή κοινωνία, γαλλική επιστήμη, γαλλική
φιλολογία. Γι' αυτό είμαστε σε τέτοιο χάλι». Σηκώθηκε και περπάτησε
θυμωμένος πέρα δώθε: «Πότε θα νοιώση τέλος αυτός ο τόπος πως του
χρειάζεται να μπάση λίγο γερμανικό πνεύμα!»

«Ώστε είσαι με το γερμανικό κόμμα. Δε μου λες αλήθεια, έφαγες καμιά
προχτές και συ;» τονέ ρώτησα.

Δεν απάντησε.

«Κι ο γερμανομανής ο φίλος σου πώς λέγεται;»

«Ποιος απ' όλους;»

«Εκείνος που ήρθε ύστερα και κάθησε κοντά μας».

«Διαμαντής Πάλας».

«Έξυπνος φαίνεται».

«Το δυνατότερο μυαλό της ρωμιοσύνης».

«Στη Γερμανία σπούδασε;»

«Τώρα θα πάη».

«Τι θα σπουδάση;»

«Τη ζωή».

«Είναι πολύ φίλος σου;»

«Πνευματικός φίλος. Διανοητική αλληλεγγύη έχουμε».

Μου αποκρινότανε περπαντώντας πάντα πέρα δώθε. Αυτή τη φορά παρατήρησα
πως δεν πέταξε το τσιγάρο του ύστερα από λίγες ρουφηξιές· κόντευε
μάλιστα να του κάψη τα δάχτυλα. Το ίδιο, όταν τα πρόσεξα καλήτερα, μου
κάμαν εντύπωση τα ρούχα που φορούσε. Ούτε καινούργια φαινόντανε, ούτε
καλά κομμένα στο κορμί του. Έρριξα μια ματιά και στο καπέλο του, απάνω
στο τραπέζι, και μου φάνηκε πως είταν η ίδια η σταχτιά ρεπούμπλικα με
τους πλατιούς γύρους, που φορούσε εκεί όξω στο ποιητικό συνέδριο ο
πνευματικός φίλος του, ο Διαμαντής Πάλας, καθώς τον είπε. Όλ' αυτά με
κάμανε να υποψιαστώ και να το βρω λιγάκι αφύσικο πως γύρισε τόσο
γλήγορα από το ταξίδι του. Μου πέρασε στο νου πως όλη η ιστορία του
ταξιδιού είτανε μονάχα ποιητική φαντασιοπληξία, μύθος που τον έπλασε
μονάχα για να με ξαφνίση. Θυμήθηκα τη φορτωτική που είχε ξεχάσει στη
βαλίτσα και το πως δεν ήξερε να μου πη πόσες οκάδες καπνά είχε· και
γέλασα μέσα μου με την αφέλεια που είχα να τα πάρω μετρητά.

«Λοιπόν πώς πέρασες στη Σύρα; Δε μου είπες», τονέ ρώτησα και γω για να
παίξω.

«Ποια Σύρα; Απόψε φεύγω για τη Σύρα», απάντησε δίχως να σταθή.

«Απόψε! Πού είσουνα τόσες μέρες;»

Με κοίταξε: «Αύριο πηγαίνουν τα καπνά. Να φύγω απόψε, τα προφτάνω».

Το είπε τόσο σοβαρά που φουρκίστηκα.

«Έλα, άσ' τα χωρατά. Τι γούστο βρίσκεις να μου πουλάς τέτοια
παραμύθια;» είπα βαριεστισμένος αληθινά να χάνω την ώρα μου και γύρισα
τα μάτια στο βιβλίο.

«Τι παραμύθια! Σου είπα φεύγω απόψε, θέλω μάλιστα να με δανείσης ένα
εικοσιπεντάρικο. Γι' αυτό ήρθα», είπε σταματώντας και κοιτάζοντάς με.

«Πού να το βρω;»

«Τότε πώς να κάμω; Αύριο στις δέκα πρέπει νάμαι στη Σύρα».

«Ας έφευγες την ημέρα που ήρθες, πρι να φας τα ναύλα σου».

«Για να μη φύγω, θα πη πως έπρεπε να μείνω», είπε σοβαρά.

Γέλασα.

«Μη γελάς. Σήκω γλήγορα και βρες μου το εικοσιπεντάρικο. Πρέπει να
φύγω δίχως άλλο».

Και ξακολούθησε να επιμένη. Έσκυψα κ' έκανα πως διάβαζα. Μα είταν
αδύνατο να του γλυτώσω. Μου πήρε το βιβλίο από τα χέρια.

«Το εικοσιπεντάρικο και χάθηκα», μου είπε.

Έμπλεξα. Αφού τον παίδεψα κάμποσο κι αφού μου έταξε πως θα μου το
στείλη αμέσως από τη Σύρα, αποφάσισα να του το δώσω με τον όρο να μου
δείξη πρώτα τη φορτωτική από τα καπνά. Κ' έτσι σηκώθηκα να πάμε στο
ξενοδοχείο που καθότανε. Πήρα το καπέλο μου και τράβηξα κατά την
πόρτα.

 — «θέλω μια χάρη ακόμα», μου είπε σταματώντας με· «να μου δανείσης το
παλτό σου».

«Είναι γαλλικού συρμού και δε σου κάνει», απάντησα.

«Έλα. άσ' τις αηδίες».

Έρριξε το μάτι γύρω για να δη που το είχα κρεμασμένο.

«Είναι παλιό», του ξαναείπα.

«Έλα τώρα, γελοίε, βγάλ' το· τόχεις στο ντουλάπι».

Άνοιξα τα ντουλάπι και βεβαιώθηκε πως δεν είταν εκεί.

«Θα τόχης στο ράφτη, μπαγαπόνταρε. Πάμε να το πάρουμε».

«Άντε πάμε».

Το είχα κάτω από το μαξιλάρι μου, για να το κάνη πιο ψηλό, κ' έτσι
γλύτωσε.



3



Σε δυο βδομάδες έδωσα εξέτασες κι αντίς το λίαν καλώς που καρτερούσα
το λιγώτερο, ξαφνίστηκα ακούγοντας πως έπρεπε να ξαναπαρουσιαστώ
ύστερα από έξι μήνες. Δε μου ναυαγούσανε μόνο τόσα άλλα όνειρα, μα
έχανα και την ελπίδα να ψαρέψω με το δίπλωμα καναδυό κατοστάρικα από
τον πατέρα μου και να ξοφλήσω κάποιους λογαριασμούς. Μέσα σ' αυτούς
είταν και το εικοσιπεντάρικο που δανείστηκα για να δώσω του Νίκου. Δεν
μου έμενε άλλο μέσο παρά να γράψω τουτουνού να με δανείση τώρα καμιά
διακοσαριά δραχμές από τα κέρδη του κ' έτσι να βγω από τη δύσκολη τη
θέση που βρέθηκα. Έστειλα το γράμμα και περίμενα. Ξαφνίστηκα όταν
έλαβα μια κάρτα του από τη Σμύρνη. Πώς βρέθηκε εκεί, μου έλεγε πως θα
μου το γράψη αργότερα· μου ζητούσε μόνο να του στείλω αμέσως πενήντα
φράγκα στόνομα κάποιας Μαριγώς ή Κατίνας Χασάπη, δε θυμούμαι καλά.
Ανάγκη μεγάλη μούγραφε, που δεν παίρνει αναβολή.

Άλλη τόση αναβολή όμως έπαιρνε κ' η δική μου ανάγκη.

Δεν μπορούσα να μείνω άλλο στην Αθήνα. Μα πάλι πώς να παρουσιαστώ στο
σπίτι μου και με τι πρόσωπο να βγω στον κόσμο στον τόπο μου; Στην
απελπισία μου ήρθε μια ιδέα. Να πάω για κανένα μήνα στους γονιούς του
Νίκου, όσο να κρυώση το πράμα. Η μάννα του Νίκου είταν αδερφή της
δικής μου κι ο πατέρας του, άνθρωπος αγαθός καθώς τον ήξερα, μου
παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα σαν ο μόνος συγγενής που θα μπορούσε να
νοιώση τη στενοχώρια μου. Κοντά σ' αυτό, στον τόπο που καθόντανε αυτοί
με γνώριζε τόσο λίγο ο κόσμος, ώστε για την ώρα γλύτωνα από κάθε
ενόχληση. Πούλησα λοιπόν ό, τι μπορούσα από τα πράματά μου, δανείστηκα
λίγες δραχμές από ένα φίλο μου, κ' έτσι πήρα το βαπόρι κ' έφτασα στο
μικρό τον τόπο που κατοικούσαν οι θειοί μου.

Με δεχτήκανε χαρούμενοι και με βάλανε στην κάμαρα του Νίκου. Τους
διηγήθηκα το πάθημά μου κι ο θειος μου δέχτηκε να μεσιτέψη στον πατέρα
μου. Ύστερα από τόση στενοχώρια κι από την κλεισμάρα της μελέτης
τόσους μήνες, η ησυχία που βρήκα εκεί είτανε σωστό ξανάσασμα. Το
χινόπωρο είτανε κιόλας ήμερο και το μέρος όμορφο, στην άκρη από τη
θάλασσα. Δε μετάνοιωσα που ήρθα και γλήγορα θαύρισκα το θάρρος και την
όρεξη να ξαναρχίσω το διάβασμα, αν από την πρώτη κουβέντα που άνοιξα
με τη θεια μου δε μου φανερωνότανε πως και δω δε βασίλευε η ησυχία που
φαινότανε.

«Εμπόριο λοιπόν ο Νίκος», της είπα, σα μείναμε μοναχοί την άλλη μέρα
του ερχομού μου.

Αναστέναξε: «Εμπόριο στη φυλακή».

«Στη φυλακή;»

«Τι, δεν τα ξέρεις;» μου είπε. «Δε σου τόπε ο Νίκος γιατί πήγε στη
Σύρα;»

Τότε έμαθα πως καθαυτό αφορμή του ταξιδιού του Νίκου δεν είταν το
εμπόριο. Τον περασμένο χρόνο που είταν έφεδρος, αποσπασμένος στην
αστυνομία της Σύρας, είχε δείρει κάποιον εκεί και κείνος τον
κατάγγειλε. Του ήρθε λοιπόν η κλήση να πάη να δικαστή. Σα θα πήγαινε
που θα πήγαινε, κατέβηκε του πατέρα του η ιδέα να πάρη μερικά καπνά
μαζί του. Η μητέρα του αντιστάθηκε, μα δεν την ακούσανε. Τώρα ήρθανε
όπως τα φοβότανε. Εδώ κ' ένα μήνα τους έγραψε ο Νίκος πως τονέ βάλανε
δεκαπέντε μέρες φυλακή κ' έτσι δεν μπόρεσε ακόμα να φροντίση για τα
καπνά. Από τότε δεν τους ξανάγραψε.

«Είπες τον είδες στην Αθήνα που πέρασε. Πόσες μέρες κάθησε;» με ρώτησε
η θεια.

«Ή μια ή δυο· να σου πω σε γελώ. Είμουνα σκοτισμένος με το διάβασμα».

«Τι μια ή δυο; Μια βδομάδα ύστερα από την ημέρα που έφυγε αποδώ ήρθε
άνθρωπος από την Αθήνα και μας είπε πως τον είδε κει ακόμα».

Δεν απάντησα για να μην μπερδευτώ.

«Δε φταίει αυτός· φταίει ο πατέρας του. Και νάταν καν μοναχά ο δικός
μας ο καπνός! Μα αυτοί πήγανε και μπλεχτήκανε και με τον κόσμο».

Και μου διηγήθηκε πώς καταφέρανε δυοτρείς άλλους που είχαν απούλητα
καπνά και τους τα πήρανε βερεσέ. Αυτή χάλασε τον κόσμο να τους πείση
να μην το κάμουνε, μα στάθηκε αδύνατο.

Την άλλη μέρα πάλι εκεί που τρώγαμε ήρθε η κουβέντα του Νίκου.

«Να μη μας ξαναγράψη εκείνο το παιδί!» είπε ο θειος.

«Καρτέρα», απάντησε η θεια· «τα καπνά είναι χαμένα. Τήρα μοναχά πώς θα
ξεμπλέξουμε με τον κόσμο, που θα γυρεύη τα λεφτά του».

«Δε μ' αφίνεις και συ! Σαν και θα πης ποτέ καλό λόγο. Όλο στο κακό
πάει ο νους σου!»

Εκείνη θέλησε να ξαναπή κάτι, μα ο θειος την έκοψε με θυμό:

«Άσ' την αυτή την κουβέντα!»

«Αυτή η γκρίνια της μ' έκαμε και καταστράφηκα», γύρισε σε μένα ο
θειος, άμα η θεια βγήκε όξω: «Ό,τι κι αν έπιανα, να κάνω, όλο το
ενάντιο μούλεγε. Θα χάσης, θα ζημιωθής, θα μας χαντακώσης, με
τρωγότανε πάντα. Πάντα το κακό. Όσο πούρθε κι αυτό στο τέλος. Έτσι και
τώρα που είπα να βάλω σε μια σειρά αυτό το παιδί. Αφού δεν ήθελε να
κάμη εδώ το δικηγόρο, αφού δεν μπορέσαμε να το καταφέρουμε να πάρη τη
θέση που του βρήκαμε, ας δοκιμάση, είπα, κάνε το εμπόριο, σαν είδα που
είχε όρεξη. Μπας κ' έμπαινε σε δρόμο, μπας και γλυκαινότανε στον παρά
κι άφινε τα γραψίματα και τις φυλλάδες, που δε βγάζουνε καρβέλι».

«Έχει πολλά καπνά μαζί του ο Νίκος;» ρώτησα.

«Τρισήμισυ χιλιάδες οκάδες».

«Και πόσα μπορεί να βγάλη;»

«Σα σταθή άξιος, και τέσσερες και πέντε χιλιάδες δραχμές».

«Μπράβο!»

«Αμ' τι λες;» είπε ο θειος κι αστράψανε τα μάτια του.

«Ώστε είναι γερή δουλειά;»

«Μα αν δεν είτανε, θαποφάσιζα να μπερδευτώ;»

«Ο Νίκος μου είπε πως θα τα μοιράσετε όσα βγάλη».

«Δε ντρέπεσαι! Έτσι του είπα για να τονέ βάλω στο φιλότιμο. Μου φτάνει
εμένανε ό, τι αξίζει ο δικός μου ο καπνός, κι αν του πάρω και καμιά
χιλιάδα ακόμα να πλερώσω κάτι κουτσοχρέη στο παζάρι».

Κι ο θειος ρούφηξε το κρασί του, ενώ η θεια, που μπήκε μέσα στο μεταξύ
και ξανακάθησε στο τραπέζι, κούνησε το κεφάλι της.

«Θα μ' αφήσης, γυναίκα; δε βαστιέσαι!» φώναξε θυμωμένα κ' έκαμε
νακκουμπήση το ποτήρι του στο τραπέζι.

Μα το ποτήρι σκόνταψε και το κρασί χύθηκε στο τραπεζομάντηλο.

«Γούρι, θα πουληθούνε τα καπνά», είπα, εκεί που η θεια με την
ψυχοπαίδα της πήρανε και σκουπίζανε το τραπέζι. Η όψη τον θειου
ξαστέρωσε πάλι με το λόγο μου.

Παρόμοια μαλλώματα γινόντανε συχνά, σχεδόν κάθε φορά που ερχότανε η
ομιλία για την επιχείρηση του Νίκου. Από αυτά και από τις κουβέντες με
τη θεια μου έμαθα πως από το καλό αποτέλεσμα της επιχείρησης
κρεμόντανε περσότερα ζητήματα απ' όσα μου είπε ο θειος· να
σουβατισθούνε οι τοίχοι του σπιτιού, που τα σανίδια ξεβγαίνανε παντού
από τις τρύπες των τσατμάδων, να διορθωθούνε τα ξεχαρβαλωμένα τα
παράθυρα, να στεριωθή η κουζίνα και το παράρτημά της, που προσθετά
καθώς είταν από τον καιρό που μεταφερθήκανε από την αυλή, όπου
βρισκόντανε στα παλιά τα χρόνια, είχανε ξεκολλήσει από τάλλο σπίτι και
γέρνανε κατά την αυλή στηριγμένα προσωρινά με δυο χοντρούς πάλους. Και
κοντά σ' αυτά έπρεπε να δοθή και μέρος για το προικιό που είχανε τάξει
της Μαρίας, της ψυχοπαίδας του σπιτιού.

Ο Νίκος είταν το μονάκριβο αγόρι των γερόντων. Είχαν ακόμα μια κοπέλα,
μα είταν από χρόνια παντρεμμένη μ' έναν υπομοίραρχο και μαλλωμένη με
τους γονιούς της. Ο θειος είταν ακόμα έμπορος, απάνω στις δόξες του,
όταν την πάντρεψε κι ο γαμπρός άφησε την προίκα στα χέρια του. Μα η
γκρίνια της θειας, που κατάστρεψε τον άντρα της, ρούφηξε μαζί και την
προίκα του υπομοίραχου κ' ύστερα από πολλούς καυγάδες συμβιβάστηκε
τούτος να του δίνουνε χρονικής το μισό εισόδημα από το μοναχό χτήμα
που είχε απομείνει της θειας. Το εισόδημα εκείνης της χρονιάς είτανε
κάπου χίλιες οκάδες καπνός, που τον είχε κι αυτόνε μαζί του ο Νίκος.
Κ' έτσι ένας από τους πολλούς που καρτερούσανε από την επιχείρηση
είτανε κι ο υπομοίραρχος.

Τούτα μου τα διηγήθηκε η Μαρία, που είτανε περσότερο σαν κόρη του
σπιτιού παρά σαν υπερέτρια. Την είχε πάρει η θεια μου από μικρή που
ορφάνεψε, με το σκοπό να την παντρέψη. Μεγάλωσε μαζί με τα παιδιά και
στατυχήματα της θειας στάθηκε πιο πονετική από την κόρη της. Θα
κόντευε τα εικοσιπέντε χρόνια και δε γύρεψε ποτέ τη δούλεψη της, δε
μελέτησε για παντρειά. Κρατούσε όλο το σπίτι μοναχή, περνούσε με τη
θεια όλες τις πίκρες και τις στενοχώριες. Γι' αυτό κ' η θεια, όταν
τέλος στρέχτηκε να δώση τα καπνά από το χτήμα της, έβαλε όρο σε πατέρα
και γιο πως το πρώτο μερδικό από το κέρδος θα μπη στην τράπεζα για την
προίκα της Μαρίας.

Η Μαρία είταν ήσυχο, ήμερο, απλό κορίτσι. Ούτε όμορφη, ούτε άσκημη.
Την ήξερα από μικρός που ερχόμουνα με τη μάννα μου στη θεια, κ' είχε
μαζί μου τόσο θάρρος, ώστε σαν τέλειωνε το βράδι τη δουλειά της στην
κουζίνα, έπαιρνε το πλέξιμό της και ρχότανε μέσα στην κάμαρά μου και
κουβεντιάζαμε. Τι λέγαμε; Πες τίποτα. Ό,τι μπορεί να πη κανείς με μια
κοπέλα, που μοναχή σκοτούρα της έχει το πλύσιμο, το μαγεριό, το
σάρωμα, το στρώσε ξέστρωσε. Για όλα αυτά μου διηγότανε, για τις
στενοχώριες του σπιτιού και το περσότερο τι γινότανε στη γειτονιά και
τι ακουγότανε στη χώρα. Απ' αυτή έμαθα πώς το λέγανε το νόστιμο
κορίτσι που καθότανε καρσί, τίνος είτανε το άλλο που καυγάδιζε ολημέρα
με τις γειτόνισσες, για ποια περνούσε ο ένας κι ο άλλος νέος, ποια
είχε προίκα πιο πολλή και ποια τους πιότερους εργολάβους. Δίχως να
ξέρω καλά τα πρόσωπα, σε λίγες μέρες ήξερα τη ζωή όλου του τόπου. Κι
όσα περσότερα μάθαινα, τόσο περσότερα ρωτούσα. Η Μαρία είχε ανάγκη να
διηγάται και γω ανάγκη να μιλώ με κάποιον. Άλλον κανένανε δε γνώριζα
στον τόπο. Δυοτρείς δικούς του θειου μου μόνο, μα ηλικιωμένους· και τι
νάλεγα με δαύτους στον καφενέ, που τους έσμιγα κάποτε; Καναδυό νέοι
σπουδαστές, που είχα γνωρίσει από το Νίκο άλλοτες, λείπανε τώρα. Σιγά
σιγά είχα ξεθαρρέψει πάλι με τα βιβλία μου, μα όρεξη σωστή για
διάβασμα δεν είχα. Ο νους μου χρειαζότανε ακόμα κάποιο ξέσκασμα, που
δεν μπορούσα να το βρω ούτε στους καυγάδες του σπιτιού, που όλο κι
αψώνανε όσο δεν ερχότανε μήνυμα από το Νίκο, ούτε στα σκέδια που μου
κατάστρωνε ο θειος μου πώς μπορεί να καλλιεργηθή μεθοδικώτερα το χτήμα
της γυναίκας του. Απ' όλα αυτά μου είτανε πιο ευχάριστες οι φλυαρίες
της Μαρίας. Κι αν κάποτες ο θειος τραβούσε περσότερες μαστίχες στην
αγορά και τα σκέδιά του ανοίγανε πλατύτερα φτερά το βράδι στο τραπέζι,
αν κανένα σπουδαίο περιστατικό της μέρας του έδινε αφορμή να με μπάση
βαθύτερα στον κομματικό οργανισμό του τόπου, ή αν το μάλλωμά του με τη
θεια έφτανε ως το σημείο να την πιάσουν αυτή τα νεύρα της και να
χρειαστή τα γεροκόμια της Μαρίας, η κάμαρα του Νίκου, που πήγαινα να
κοιμηθώ, μου φαινότανε σαν άδεια. Γελούσα ο ίδιος με τον εαυτό μου σαν
το κατάλαβα πόσο είχα συνηθίσει τη Μαρία.

Είπα όμορφη δεν είταν. Ο τρόπος της δεν είχε καμιά χάρη, το ντύσιμο
της απελπιστικό· όπως μπουγάδιαζε στο πλυσταριό, όπως δούλευε στην
κουζίνα ερχότανε στην κάμαρά μου. Όμοια οι κουβέντες της άχαρες· τα
ίδια και τα ίδια πάντα. Τι εύρισκα σ' αυτές; τι μου άρεσε; Είχα κάμει
από τα παράθυρα εργολαβίες με πιο όμορφες κοπέλες, μπορεί να είχα
κρυφοσμίξει και καμιά σε κάνα απόμερο ή σε σκοτεινή μπασιά τη νύχτα.
Όμως πρώτη φορά βρισκόμουνα μονάχος με κορίτσι και μιλούσα έτσι φανερά
και λεύτερα μαζί του. Κι αυτό με ξάφνιζε. Μ' ευχαριστούσε να νοιώθω
κοντά μου το θηλυκό, νακούω φωνή γυναίκεια να μιλή. Κ' η Μαρία
μιλούσε. Σκυφτή στο πλέξιμο της φλυαρούσε. Κι όταν πάλι σώπαινε και
στη σιγή της κάμαρας δεν ακουγότανε άλλο από τις βελόνες της κι από το
τσιτσίρισμα της λάμπας, μ' έπιανε κάτι σαν ανησυχία κάποτε. Μιαδυό
φορές σήκωσε άξαφνα τα μάτια και μ' έπιασε να την κοιτάζω. Μου φάνηκε
σα να στενοχωρήθηκε. Ένα άλλο βράδι χαμογέλασε. Κι ως τόσο δεν
κουνήθηκα. Μια μέρα πάλι ήρθε ξαφνικά στην κάμαρά μου. Εκεί που έπλενε
της μπήκε μια αγγίδα στο χέρι, η θεια δεν έβλεπε καλά, και δίνοντάς
μου μια βελόνα, με παρακάλεσε εμέ να της τη βγάλω. Την κάθισα στον
καναπέ δίπλα μου και πήρα το ανασκουμπωμένο μπράτσο της στα γόνατά μου
για να μου δώση χέρι καλήτερα. Έβαλε τάλλο το χέρι της στον ώμο μου κι
ακκούμπησε κει το κεφάλι. Έκαμα την εγχείριση, γύρισα και την κοίταξα
και την άφησα να ξαναπάη στη δουλειά της. Πολλή ώρα ύστερα ένοιωθα το
ανατρίχιασμα από το γγίξιμο, άκουγα στο μάγουλό μου το γαργάλισμα από
την ανάσα της. Είχα τόσο τη ντροπή, το φόβο της γυναίκας; Δεν το
πιστεύω. Είταν ο σεβασμός στο σπίτι που με φιλοξενούσε, είταν τα όσα
άκουσα από τη θεια για τη Μαρία, που με κρατούσανε; Μπορεί. Κοντά σ'
αυτά όμως ο τρόπος της Μαρίας είχε κατιτίς παράξενο, το μάτι της κάτι
ξερό και θλιβερό μαζί. Πολλές φορές, εκεί που φλυαρούσε και
μωρολογούσε, κοβόταν άξαφνα η όρεξη της και σώπαζε. Έτσι που με
ξάφνιζε και μ' ενοχλούσε. Μα τόβρισκα και φυσικό. Γιατί όσο κι αν η
θεια, με όλη την αναγνώριση που της είχε, θαρρούσε την αφοσίωση της
Μαρίας σα φυσική υποχρέωση στο σπίτι, όπου μεγάλωσε κ' έφαγε το ψωμί
του, όμως κ' εμένα δε μου φαινότανε λιγώτερο φυσικό, πως ένα κορίτσι
δεν παρατούσε τον εαυτό του δίχως καμιά θλίψη ολότελα.

Θάχε περάσει κοντά μήνας από τότε που ήρθα κι ο Νίκος ούτε φαινότανε
ούτε ακουγότανε.

«Δεν είναι από καλό του», έλεγε πάντα η θεια, σαν ερχότανε η κουβέντα
του.

Ο θειος είτανε πιο πολύ αισιόδοξος. Πότε υποψιαζότανε πως θα μπήκε για
περσότερο καιρό στη φυλακή και ντράπηκε να το γράψη, πότε πάλι πίστευε
πως καρτερεί να πουλήση τα καπνά σε καλή τιμή και νάρθη να τους
ξαφνίση με τα χρήματα. Η Μαρία άκουγε δίχως να μιλή. Μου έρριχνε
κάποτε καμιά λοξή ματιά μονάχα.

Ένα βράδι, που είχε ξανασυζητηθή το πράμα στο τραπέζι, σαν ήρθε ύστερα
μέσα στην κάμαρα, μου είπε άξαφνα κοιτώντας με στα μάτια:

«Να σε ρωτήσω κατιτίς, θα μου πης την αλήθεια;»

Αν ξέρω, θα σου την πω», αποκρίθηκα.

«Στη ζωή σου;»

«Στη ζωή μου».

«Έχει ο Νίκος καμιά αγαπητικιά στην Αθήνα;»

Δεν πιστεύω — δεν ξέρω».

«Δεν μπορεί, θα ξέρης. Μούκαμες όρκο τη ζωή σου. Πες μου το· μη
φοβάσαι, δεν το λέω της θειας».

Με ξανακοίταξε με τέτοιον τρόπο, που αν ήξερα πράγματι, θα της τόλεγα.

«Στην Αθήνα όχι», απάντησα.

«Στη Σύρα;»

«Πού να ξέρω!»

«Ξέρεις και δεν το λες. Γι' αυτό κάθεται κει».

Έσκυψε στο πλέξιμό της.

«Πάνε τα καπνά», μουρμούρισε σε λίγο.

«Και γω φοβούμαι, πάνε», μου έφυγε και μένα ο λόγος.

Γύρισε και με κοίταξε δίχως να μιλήση.

Θυμήθηκα πως περίμενε κι αυτή το μερδικό της από τα καπνά κι όσο κι αν
είμουνα βέβαιος πως δεν το πολυπίστευε, όμως μετάνοιωσα που της έκοψα
έστω και μια μικρή μονάχα ελπίδα. Θέλησα να σκεπάσω το λάθος μου,
γυρίζοντας την κουβέντα σταστεία:

«Εγώ σου είπα ό, τι ήξερα σ' ότι με ρώτησες. Θα μου πης και συ να σε
ρωτήσω;» της είπα.

Με κοίταξε:

«Τι;»

«Εσύ δεν αγαπάς κανένανε;»

Κοκκίνησε και ξανάσκυψε στη δουλειά της.

«Ντρέπεσαι να το πης· σ' έπιασα». Σηκώθηκα και τη ζύγωσα.

Δεν κουνήθηκε. Της έπιασα με τα δυο μου χέρια το κεφάλι και την
κοίταξα στα μάτια:

«Κάποιον αγαπάς».

Με κοίταξε αμίλητη.

«Κάποιον αγαπάς», ξαναείπα και έσκυψα πιότερο απάνω της.

Μια τρυπησιά, που μούδωσε στο χέρι με τη βελόνα της, μ' έκανε να της
αφήσω το κεφάλι και να καθήσω στην καρέκλα μου.

Σηκώθηκε κ' έφυγε δίχως να μου κάμη το κρεβάτι καθώς πάντα. Την άλλη
μέρα μου φάνηκε πως είτανε θυμωμένη. Όμως το βράδι ξαναήρθε και
φλυάρησε στην κάμαρα του Νίκου.

Ο θειος με πήρε ένα απόγεμα και πήγαμε στο χτήμα της θειας καμιά ώρα
όξω από τη χώρα. Είτανε ζεστή χινοπωριάτικη λιακάδα, ο κάμπος
χλοϊσμένος, ήσυχος, ο κόσμος όργωνε, έσπερνε, τα κοπάδια βοσκούσαν κ'
έτσι άνοιξε περσότερο η διάθεση του θειου. Εκεί μου ανάπτυξε και μου
ξήγησε επιτόπια τις μεταρρύθμισες που είχε στο νου του. Μου μιλούσε
για σπίτια, για μαντριά, για ξεχερσώματα, γι' αυλάκια και χαντάκια,
γι' αλώνια και για λιάστρες και για στέρνες και δεν ξέρω για τι άλλο
με τόση ζωηράδα, σα να τάβλεπε πραματικά μπροστά του. Έδειχνε τη θέση
του καθενός, περίγραφε τη λειτουργία του, λογάριαζε τα έξοδα, τα
έσοδα, τα κέρδη. Εγώ εννοείται δεν έβλεπα άλλο από μια ξυλάστρα σε μια
λαγκαδιά με ράχες χαμηλές όλο και πέτρα γύρω, ένα μισογκρεμισμένο
σπίτι, ένα πηγάδι μ' ένα φράξο δίπλα του και μ' έναν άδειον
περιστεριώνα, ένα ξερόρεμα στο σύνορο και κει κοντά σ' ένα γούπατο
βαρκό μιαν άπλα με κλήματα, που κρεμόντανε απάνω τους τα τελευταία
κίτρινα φύλλα. Κατάλαβα πως είταν η σταφίδα, που μου είχε πει η Μαρία
πως τη φυτέψανε, όταν οι άλλοι λογαριάζανε να ξεριζώσουν τις δικές
τους, κ' η θεια κλαιγότανε πως το καλλιέργημά της τρώει διπλά έξοδα
από τα έσοδα που δίνει.

Αφού ο θειος μου έκαμε καφέ και για να με περιποιηθή καλήτερα έκοψε κ'
ένα πεπόνι από τα κρεμασμένα στο ταβάνι του σπιτιού, αφού τάγισε
έπειτα και το σκύλο που είχε κει για να του φυλά το χτήμα, με πήρε και
με πήγε μισή ώρα μακρήτερα ίσια με τη μάννα του νερού, που ερχότανε,
καθώς μου είπε, από το ποτάμι που περνούσε πίσω από τις ράχες. Σε
κάποια βραδινή κουβέντα μας πριοτήτερα μου είχε αναπτύξει ένα άλλο
σκέδιο γενικώτερο· πώς θα μπορούσε να ποτιστή όλος ο κάμπος από το
νερό της μάννας. Σ' αυτό το σκέδιο βάσιζε το πρόγραμμά του μια φορά
που γύρεψε να γείνη δήμαρχος στον τόπο. Μα τα κόμματα δεν τον αφήσανε
να βγη. Τον πολεμήσανε. Αυτόν τον πόλεμο και το ναυαγισμένο σκέδιό του
ξαναθυμήθηκε και τώρα και με την ομιλία αυτή γυρίσαμε στο σπίτι. Είχε
νυχτώσει καλά κ' η θεια μας καρτερούσε ανήσυχη γιατί είμαστε χωρίς
παλτά. Τα βράδια είταν κρύα.

Ο θειος, κουρασμένος καθώς είτανε, νύσταξε γλήγορα ύστερα από το φαγί.
Πέρασα και γω στην κάμαρά μου. Ζέστα γλυκειά κι αναλαμπή από τη γωνιά
με ξαφνίσανε, καθώς άνοιξα την πόρτα.

Η Μαρία ήρθε αποπίσω με τη λάμπα.

«Σαν έλειψες, σφουγγάρισα την κάμαρα και σου άναψα λίγη φωτιά για να
στεγνώση», είπε αφίνοντας τη λάμπα στο τραπέζι.

Γύρισα και την κοίταξα. Μου φάνηκε σαν αλλοιώτικη. Είχε ριγμένο στις
πλάτες της ένα κόκκινο σαλάκι. Και της πήγαινε. Έβαλα το χέρι μου στον
ώμο της κ' έκαμα να τη φέρω πιο κοντά μου.

«Δεν έστρωσα της θειας ακόμα», είπε και τραβήχτηκε.

Δεν έκαμα να την κρατήσω. Όσο να γυρίσω εκείθε, είχε κλείσει την πόρτα
πίσω της. Φουρκίστηκα με τον εαυτό μου. Να την αφήσω να μου φύγη!
Άκουγα τα πατήματά της όξω στο σαλότο, που πήγαινε κ' ερχότανε, κι
ανατρίχιαζα προσμένοντας νανοίξη η πόρτα και να ξανάμπη με το πλέξιμό
της, όπως κάθε βράδι.

Μα άξαφνα η θεια της φώναξε από μέσα: «Δεν ακούς, μωρή; Βροντάει κάτω
η αυλόπορτα».

Στάθηκα μια στιγμή τεντώνοντας το αυτί. Έπειτα πετάχτηκα κι άνοιξα την
πόρτα μου, την ώρα που η Μαρία έτρεξε προς την μπασιά.

«Ο Νίκος θάναι», μου είπε η θεια βγαίνοντας από την άλλη πόρτα:

«Πάει η οργισμένη δίχως φως. Δεν παίρνεις από μέσα το λυχνάρι;»

Πήγα στην κουζίνα και το πήρα και βγήκα στην ταράτσα. Προτίμησα να
φέξω από κει στην αυλόπορτα. Καθώς έπεσε το φως κάτω, μου φάνηκε πως
είδα έναν ίσκιο που έσπρωχνε τη Μαρία από πάνω του.

«Έλα φέξε μας στη σκάλα», είπε μια φωνή. Είτανε του Νίκου.

Πήγα με το φως στη σκάλα. Ο Νίκος μπρος και πίσω του η Μαρία ανέβαζαν
ένα μπαούλο. Παραμέρισα και περάσανε.

«Την έφαγες, ε; Μήτ' ένα δίπλωμα δεν είσαι άξιος να πάρης, κακομοίρη!»
είταν ο πρώτος λόγος του Νίκου, μόλις άφησε το μπαούλο στην κορφή της
σκάλας: «Έλα, βόηθα και συ· κουράστηκα», είπε και πήρε το φως από τα
χέρια μου.

Μπάσαμε με τη Μαρία μέσα το μπαούλο και κείνος ακολούθησε. Η μητέρα
του ξαφνίστηκε καθώς τον είδε:

«Μπα, παιδί μου, θέατρο γίνηκες!» του είπε.

Κατάλαβα πως εννοούσε το ξουρισμένο μουστάκι του:

«Είναι μόδα τώρα Θεια», της είπα.

Ο Νίκος δεν έδωσε απόκριση και τράβηξε στην κάμαρα του:

«Μου άναψες και φωτιά· καλά μου έστρωσες εδώ», μου είπε ρίχνοντας
ματιά στη Μαρία, που έτρεξε κοντά του και τονέ ρώτησε αν έφαγε.

«Όχι· έχετε τίποτες;» της είπε.

«Αυγά θα σου τηγανίσω».

Δεν της απάντησε. «Πώς την έπαθες, βρω κουτεντέ;» γύρισε πάλι σ'
εμένα.

«Να σου τηγανίσω αυγά;» ξαναρώτησε η Μαρία.

«Τηγάνισε ότι διάολο θέλεις». Κάθησε στον καναπέ, πετώντας το καπέλο
του στο τραπέζι.

Ο θειος τον άκουσε φαίνεται από μέσα και του φώναξε.

«Τι ρεκάζει, Δεν έρχεται δω;» είπε ο Νίκος.

«Είναι πεσμένος», του είπε η μάννα του — «έλα μια στιγμή μέσα να σε
δη».

«Αύριο με βλέπει· τώρα είμαι κουρασμένος». Ξαπλώθηκε καλήτερα στον
καναπέ.

Ο πατέρας του ξαναφώναξε από μέσα.

«Δεν τονέ λυπάσαι γέροντ' άθρωπο να τονέ σηκώσης από το στρώμα», του
ξαναείπε η μάννα του.

«Με σκότισε κι αυτός και συ κατάλαβες;» Γύρισε κατά τη φωτιά,
μουρμουρίζοντας κάτι, στίχους μου φάνηκε.

Ο πατέρας του δεν ξαναφώναξε κι ο Νίκος έμεινε λίγες στιγμές στην ίδια
θέση. Έπειτα σηκώθηκε άξαφνα και τράβηξε προς την τραπεζαρία. Η μάννα
του τον ακολούθησε και η περιέργεια μ' έσπρωξε κ' εμέ να πάω κοντά
τους.

Οι γέροι δεν είχανε ξεχωριστή κρεββατοκάμαρα και κοιμόντανε στην
τραπεζαρία. Ένα καντήλι τη φώτιζε θαμπά από το τζάκι και καθώς μπήκα,
είδα το θειο ανακαθισμένο στο στρώμα του δίπλα στη γωνιά. Φορούσε το
νυχτικό άσπρο σκούφο του κ' είχε ριχτή στους ώμους μια παλιορόμπα.

«Καλώς ώρισες», είπε του Νίκου.

Τούτος αφού του έδωσε το χέρι, κάθισε στον καναπέ. Η μάννα του και γω
σταθήκαμε κοντά στην πόρτα κι αποπίσω μου έτρεξε η Μαρία από το
μαγεριό.

Πέρασε μια στιγμή αμίλητη.

«Ε, τι χαμπέρια;» είπε τέλος ο θειος.

Ο Νίκος δεν απάντησε.

«Πώς πέρασες στο ταξίδι;»

«Καλά», μουρμούρισε ο Νίκος.

Πέρασε πάλι μια στιγμή δίχως να πη τίποτε κανείς.

«Και τα καπνά — ; Τα πούλησες καλά;» ρώτησε πάλι ο πατέρας του.

«Πούλησα ένα μέρος», είπε ο Νίκος.

«Και τάλλα;»

«Τάφησα».

«Πού; σε ποιόνε τάφησες;»

«Σ' άνθρωπο δικό μου».

«Πάνε τα δόλια τα καπνά», αναστέναξε ο θειος χτυπώντας τα χέρια.

Η θεια σταύρωσε τα δικά της κ' έσκυψε το κεφάλι. «Σε ποιόνε τάφησες,
μωρέ; Πού τάφησες; Στη Σύρα;» ξαναρώτησε απελπισμένα ο πατέρας του.

«Μαρία! Διάολε! Φέρε μου να φάω», φώναξε ο Νίκος.

Η Μαρία έτρεξε στο μαγεριό.

«Δε φταις εσύ· έχει δίκιο η μάννα σου. Εγώ δε βάζω ακόμα γνώση. Μα δε
σε πάντεχα τόσο μαγκούφη», ξαναφώναξε ο θειος.

«Σώπα, κάνε μου τη χάρη· δεν ήρθα για καυγάδες», είπε ο Νίκος ατάραχα.

Η Μαρία ήρθε και κατέβασε τη λάμπα, που κρεμότανε στη μέση της κάμαρας
απάνω από ένα στρογγυλό τραπέζι. Είταν η λάμπα που είχε στο μαγαζί του
ο θειος τον καιρό που είταν έμπορος.

«Δε μου λες κάνε πόσα πούλησες και πόσα άφησες, προκομμένε», ρώτησε ο
γέρος.

«Μέσα έχω τη σημείωση· αύριο τη βλέπεις», απάντησε ο Νίκος.

Η Μαρία άναψε τη λάμπα κ' έκανε να βάλη το γιαλί.

«Τι αύριο, διάολε!» θύμωσε ο πατέρας του: «Δεν ξέρεις πόσα πούλησες;
Πόσα λεφτά έφερες;»

«Να φάω πρώτα και σου λέω», ξαναείπε ο Νίκος ήσυχα.

«Τήρα αυτάδεια! Να φάη πρώτα ο γάιδαρος!» φώναξε ο θειος και τινάχτηκε
ορθός.

Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός με ορμή. Μα καθώς έκαμε να περάση, σκούντησε
με τον αγκώνα τη Μαρία και τουτηνής της έφυγε το γιαλί από το χέρι κ'
έπεσε κομάτια απάνω στο τραπέζι.

«Σ' τον πήρε ο διάολος τον κέφαλο και σένανε! Δεν τηράς μπροστά σου·
μπας και σου φύγη λόγος!» φώναξε πάλι ο θειος και χύμησε απάνω της με
σηκωμένο χέρι.

Η θεια μπήκε στη μέση. Ο Νίκος γλύστρησε στο μεταξύ από την πόρτα. Τον
ακολούθησα στην κάμαρά του.

«Πώς φέρνεσ' έτσι στον πατέρα σου;» έκαμα να του πω.

«Εσύ κοίτα τη δουλειά σου», μου απάντησε απότομα: «Πότε θα ξαναδώσης
εξέτασες;»

«Άμα ξαναπάς και συ για εμπόριο».

Γελάσαμε κ' οι δυο. Έβγαλε κι άναψε τσιγάρο.

Η Μαρία ήρθε να του βάλη τραπέζι: «Πήγα ναν τη φάω εγώ», του είπε.

«Οι γυναίκες είναι για να δέρνουνται. Φέρε γλήγορα να φάω».

«Φαίνεσαι που έρχεσαι από την Ανατολή», του είπα.

Σεργιάνισε στην κάμαρα κοιτάζοντας χάμω.

«Είναι όμορφη η Σμύρνη;» τονέ ρώτησα σαν έφυγε η Μαρία.

«Γιατί δε μούστειλες τα χρήματα, παλιάθρωπε;» είπε σταματώντας.

«Γιατί δεν είχα».

«Δεν ξέρεις τι μου χάλασες!» Ξανασεργιάνισε πέρα δώθε.

«Μα πώς βρέθηκες ξαφνικά στη Σμύρνη;»

«Σωστό ρομάντσο, τραγικό ρομάντσο».

Η Μαρία, μπαίνοντας με το φαγί, τον έκοψε. Κάθησε στο τραπέζι κι
άρχισε να τρώη.

«Τι μου τόφερες έτσι το τυρί;» της φώναξε άξαφνα. «Θες να σ' το πετάξω
στο κεφάλι; Δεν ξέρεις πως το θέλω ξεροτηγανισμένο;»

«Εσύ με βίασες. Ναν το ξαναβάλω στη φωτιά».

Η Μαρία έκαμε να πάρη το πιάτο.

«Έλα, άσ' το. Φέρε μου κρασί».

Η Μαρία πήγε κ' έφερε τη μπουκάλα.

«Αυτό έχει μοναχά;» της είπε ο Νίκος, σαν είδε πως δε γέμισε καλά το
ποτήρι.

«Καλά που έμεινε κι αυτό· πού να το ξέραμε πως θάρθης, να παίρναμε
πιότερο».

«Δεν έπαιξε το μάτι σου; Δεν καρτερούσες τίποτες;»

Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Σα μ' άφησες δίχως κρασί, θα τα πετάξω στη φωτιά και γω», είπε ο
Νίκος αδειάζοντας το ποτήρι.

Ο πατέρας του, που δεν έπαψε να τρώγεται μέσα με τη θεια, τη στιγμή
αυτή φώναξε δυνατότερα.

«Θα μου βγάλη το φαγί από τη μύτη!» είπε ο Νίκος κι άφησε με βρόντο το
ποτήρι στο τραπέζι.

«Δεν πιστεύω νάκλεισε το κρασοπουλιό καρσί· δος μου να πάω να γεμίσω
την μποτίλια», είπε η Μαρία.

Σα να μην την πρόσεξε. Έμεινε λίγες στιγμές συλλογισμένος: «Στάσου
πρώτα», είπε κ' έβαλε το χέρι στην τσέπη. Έβγαλε ένα μάτσο
χαρτονομίσματα, κράτησε μερικά — εικοσιπεντάρικα μου φανήκανε — κ'
έδωσε τάλλα της Μαρίας: «Σύρε μέσα δος του τα, να συχάση».

Η Μαρία τα πήρε και βγήκε.

«Θα τονέ δης που θα σωπάση», γύρισε και μου είπε εμένα.

«Πούλησες λοιπόν καπνά;» τονέ ρώτησα.

Ξακολούθησε το φαγί του δίχως ναπαντήση.

Η Μαρία ξαναήρθε σε λίγο.

«Ε, τι είπε;» ρώτησε ο Νίκος.

«Γύρεψε και του πήγα το κερί. — Να πάω για κρασί τώρα;» είπε η Μαρία
και πήρε τη μπουκάλα: «Ας έβγη ένας σας να σταθή στην ταράτσα· μοναχή
φοβάμαι».

Σηκώθηκα, άδραξα την μποτίλια από το χέρι της και βγήκα.

Άμα γύρισα, βρήκα τη Μαρία που σήκωνε τα πιάτα.

«Καθένας νοιώθει τον προορισμό του», είπε ο Νίκος και με κοίταξε με
χαμόγελο: «Τη ζωή δεν τη γελάς».

«Καλά· μα δε μας λες λοιπόν πώς πέρασες στη Σμύρνη;»

«Υπέροχα. Σαν όνειρο». Σώπασε μια στιγμή και με κοίταξε: «Νέος
κόσμος», ξακολούθησε, «τρανός κόσμος. Οι τούρκοι είνε λαός κυρίων.
Είχε δίκιο ο Μπίσμαρκ. Εκεί ένοιωσα τι θα πη κύριος. Να μην είμαι
τούρκος!»

Η Μαρία, που μπήκε κείνη τη στιγμή με δυο ποτήρια στο χέρι, τον
κοίταξε ξαφνισμένα. Απίθωσε τα ποτήρια στο τραπέζι και τα γέμισε
κρασί.

«Ναι, τούρκος! Ανώτερος λαός, αριστοκράτης», ξαναείπε ο Νίκος πίνοντας
από το ποτήρι του.

«Γνώρισες πολλούς τούρκους;» τονέ ρώτησα.

«Τι, είναι τούρκοι στη Σύρα;» πετάχτηκε η Μαρία.

«Τούρκοι μονάτοι· μέρος τούρκικο δεν είναι;»

«Ώστε σου αρέσανε· λαός πολιτισμένος, ε;» τον κοίταξα γελώντας.

«Τι θα πη πολιτισμός;» θύμωσε· «η ευρωπαϊκή οχλοκρατία; Η κατάπτωση, η
παρανόηση της ζωής; Των ωρών ο γύρος στην Ασία θα σταματήση». Άδειασε
το ποτήρι του και γύρεψε από τη Μαρία και του το ξαναγέμισε.

«Έμεινες πολύ στην Αθήνα τώρα;» ρώτησα.

«Ούτε ανέβηκα· θάτανε τέλεια απογοήτεψη έπειτα από το δράμα της
Ιωνίας. Έπρεπε ναπομονωθώ».

Η Μαρία έστεκε και τον κοίταζε.

«Ε, Μαρία, τι κάθεσαι; Δεν πας να κοιμηθής; Δε σου έφερα τίποτες. Μην
καρτεράς», της είπε.

«Καρτερώ να μου πης πού να σου στρώσω», μουρμούρισε η Μαρία.

«Πού αλλού από το κρεββάτι μου;»

Η Μαρία γύρισε και με κοίταξε.

«Κοιμούμαι δω στον καναπέ», είπα.

«Όχι, φίλε μου· δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλονε στην ίδια κάμαρα. —
Στρώσε στη σάλα».

Η σάλα είταν πλαγινά στην κάμαρά του κ' η Μαρία μπήκε κει να συγυρίση.
Ο Νίκος σηκώθηκε και περπατούσε:

«Είταν αποκάλυψη αυτό το ταξίδι. Πρέπει να μετουσιωθή σ' ένα έργο»,
είπε σα μονολογώντας.

«Ρομάντσο ή — », έκαμα να τονέ ρωτήσω.

«Δράμα, δράμα· είταν τόσο τραγικό».

«Καμιά ερωτοδουλειά;» ρώτησα σιγά, όταν η Μαρία έφυγε από τη σάλα.

«Κι αυτό μαζί· όλος ο κόσμος· εκεί ένοιωσα τον Μπάιρον. Πρέπει να
νικηθή η Μοίρα».

«Διηγήσου μου λοιπόν».

«Τι να σου διηγηθώ! Δε διηγούνται αυτά. Τα ζει κανένας μόνο· τα
αισθάνεται. Είναι δράμα, σου είπα. Πρέπει να μονωθώ και να το γράψω.
Τι είναι αυτή η Ανατολή!»

«Καμιά χανούμισσα;»

«Κι αυτή. Είναι πολλά· αδιήγητα».

Η Μαρία ξαναήρθε μέσα.

«Δε σου είπα διάολε! δε σου τάφερα. Μην καρτεράς».

«Ήρθα να σου στρώσω καθαρά σεντόνια», είπε κείνη μουδιασμένα.

Ο Νίκος περπάτησε πάλι πέρα δώθε, κοιτάζοντάς την που συγύριζε το
κρεββάτι του. Μα σε λίγο, σα να του ήρθε ξαφνική ιδέα.

«Φέξε μου δω», μου είπε εμένα κ' έκαμε κατά την πόρτα.

Πήρα τη λάμπα και πήγα κοντά του στο σαλότο. Άνοιξε εκεί το μπαούλο
του, έψαξε μέσα σ' ένα ανακάτωμα από ασπρόρρουχα πλυμένα κι άπλυτα,
χαρτιά, παπούτσια, κ' έβγαλε ένα δεματάκι.

Γυρίσαμε στην κάμαρα.

«Έλα να σ' τα δώσω», είπε της Μαρίας.

«Τάφερες;» είπε κείνη γελαστή, απλώνοντας το χέρι.

Ο Νίκος ξετύλιξε το δέμα: «Έλα, άπλωσε το πόδι σου», της είπε.

Η Μαρία κατέβασε τα μούτρα: «Δε σου είπα γω παντόφλες», μουρμούρισε.

«Για δες τις πρώτα», είπε ο Νίκος κρατώντας τις ψηλά μπροστά της.

Είταν ένα ζευγάρι χρυσοκεντημένα πασουμάκια.

«Έλα, φόρεσέ τις».

«Έτσι;» είπε η Μαρία κ' έδειξε τα πόδια της. Είτανε ξυπόλυτη, καθώς
σφουγγάρισε.

«Έτσι τις φορούν οι τούρκισσες».

Η Μαρία τις φόρεσε και περπάτησε στην κάμαρα, κοιτάζοντας τα πόδια
της: «Ίσα ίσα μούρχονται», είπε με χαμόγελο: «Μα εγώ σου είπα
παπούτσια», ξαναμουρμούρισε κοιτάζοντας το Νίκο.

«Σα δε σ' αρέσουνε, φέρ' τις πάλε δω», έκαμε θυμωμένα εκείνος.

Δεν τον πρόσεξε. Τις έβγαλε, τις κοίταξε, τις ξανακοίταξε και τις
φόρεσε πάλι και κοίταξε τα πόδια της: «Έτσι τις φορούν αλήθεια οι
τούρκισσες;» είπε.

«Έτσι», αποκρίθηκε ο Νίκος.

«Βγαίνουν έτσι στο δρόμο;»

«Οι τούρκισσες δε βγαίνουνε στο δρόμο».

«Τότες πού τις είδες;»

«Στα μπαλκόνια, στις αυλές τις είδα».

Η Μαρία τον κοίταξε.

«Στάσου μια στιγμή», της είπε ο Νίκος. Μπήκε στη σάλα, ξέστρωσε το
σεντόνι από τον καναπέ και γύρισε και την τύλιξε μ' αυτό, αφίνοντας να
φαίνουνται μόνο τα μάτια της κ' οι άκρες από τα πασουμάκια: «Σύρε δες
μέσα στον καθρέφτη», της είπε· «έτσι είναι οι τούρκισσες».

Πήρε τη λάμπα και της έφεξε. Η Μαρία στάθηκε αντίκρυ στον καθρέφτη και
κοιτάχτηκε μια στιγμή:

«Και δε σκιάζουνται τα παιδιά που τις βλέπουν;» είπε πετώντας το
σεντόνι αποπάνω της.

Ο Νίκος δεν απάντησε. Σεργιάνιζε στη σάλα.

Η Μαρία, αφού ξανακοιτάχτηκε στον καθρέφτη στρίβοντας τα πόδια για να
τα δη πώς φαίνουνται κι από τις φτέρνες, κάθησε κάτω κ' έβγαλε το ένα
πασουμάκι: «Με το χέρι είναι κεντισμένο· στον κατηφέ», είπε
κοιτάζοντας το. «Πόσο έχουνε;» ρώτησε το Νίκο.

«Τι σε μέλει; Σ' αρέσουνε μονάχα;» της είπε κείνος.

Η Μαρία ξαναφόρεσε το πασουμάκι και σηκώθηκε. Ο Νίκος πήρε τη λάμπα
και ξαναήρθαμε στην κάμαρά του:

«Σύρε κοιμήσου τώρα», της είπε, «κι αύριο — »

«Κι αύριο τι;» Η Μαρία τον κοίταξε στα μάτια.

«Άντε τώρα», τη σκούντησε.

Έκαμε να φύγη, μα την κράτησε. «Στάσου πρώτα», της είπε, την πήρε στη
σάλα, της μουρμούρισε κάτι και γύρισε σε με.

Τον κοίταξα. Γέλασε κι άδειασε το ποτήρι του.

Σε λίγο μπήκε η Μαρία μέσα σκεπασμένη πάλι με το σεντόνι. Με κοίταξε
κατάματα, κούνησε το κεφάλι και γύρισε κ' έφυγε από την πόρτα.

Άρχισα να τα χάνω λιγάκι.

«Έτσι την είδα», μου είπε σιγαλά ο Νίκος, «έτσι απάνω κάτω. Γυρίζω με
τόνειρο σπασμένο. Μα πρέπει να νικηθή η Μοίρα». Γέμισε πάλι το ποτήρι
κ' ήπιε.

«Μα λέγε μου λοιπόν, ποια είδες έτσι;» τονέ ρώτησα.

«Τι να σου πω! Δεν τάδες;»

«Τι να δω;»

«Τα πασουμάκια».

«Πού ταγόρασες;»

«Ηλίθιε!»

«Τότε πού τα βρήκες;»

«Νάξερες τι ιστορία έχουνε! Να μπορούσα να σου την πω!»

«Νισάφι· πες λοιπόν!»

«Τι να σου πω! Την ξέρεις την Κόρη των Αθηνών του Μπάιρον;»

Κούνησα το κεφάλι για να γλυτώνω.

«Ε λοιπόν, την είδα ζωντανή», μου είπε κοιτάζοντάς με.

«Τη Μαριγώ Χασάπη;» ρώτησα γελώντας.

«Τη σκλάβα, τη σωστή γυναίκα. Έζησα μια τραγωδία. Να μούστελνες τα
χρήματα — ».

«Τι θάκανες;»

Δε μου απάντησε. Κάθησε μπροστά στο τραπέζι με σκυμμένο το κεφάλι.

«Είναι το μόνο σημείο που συμφωνώ με το Σοπενάουερ», γύρισε και μου
είπε άξαφνα σε λίγο.

Τον κοίταξα.

«Δεν αρκούνε δυο θέλησες», ξακολούθησε, «χρειάζεται κ' η θέληση του
Παντός. Κ' έτσι αρχίζει η τραγωδία της ζωής. Ο αγώνας με τη Μοίρα.
Ήρωας είναι όποιος τη νικά. Αυτό θάναι το δράμα μου».

Έσκισε δυοτρείς φορές αμίλητος την κάμαρα κ' έπειτα στάθηκε μπροστά
μου: «Έλα, πιε», είπε γεμίζοντας τα ποτήρια. «Στη θύμησή της! Του
ποιητή του είναι δοσμένο να γεύεται τις τραγικότητες. Γι' αυτό ζει
στόνειρο· με τους ίσκιους, με τις προβολές της βάναυσης ζωής. Η ζωή
χωρίς την τραγικότητα είναι πλήξη. Έλα, πιε στη θύμησή της!»

Ήπιαμε.

«Θα μου πης λοιπόν την ιστορία;» έκαμα να του πω.

«Ο ποιητής δε βεβηλώνει το είναι του. Πιε, πιε μονάχα».

Μα η μπουκάλα είχε αδειάσει.

«Σύρε ξαναγέμισέ τη», μου είπε όταν το παρατήρησε.

«Θα κλείσανε τώρα», του απάντησα.

Ξαπλώθηκε στον καναπέ κ' έμεινε αμίλητος. Δοκίμασα να τον ξαναρωτήσω
κάτι, μα δε μου έδωσε απόκριση. Τέλος βαρέθηκα και γω και προτίμησα να
τον αφήσω να ησυχάση.



5



Είταν αργά άμα σηκώθηκα την άλλη μέρα. Είχα ξυπνήσει την αυγή, μου
φάνηκε πως άκουσα μιλήματα μέσα στην κάμαρα του Νίκου, μα η νύστα μου
νίκησε την περιέργεια και ξανάκλεισα τα μάτια.

Άμα ντύθηκα, έκαμα να μπω στην κάμαρα του Νίκου, μα η πόρτα είτανε
συρτωμένη από μέσα κ' έτσι πήγα στην τραπεζαρία. Βρήκα τη θεια
καθισμένη με τη ρόκα της κοντά στη φωτιά και σκουντουφλιασμένη.
«Παρακάτσατε τη νύχτα με τον προκομμένο», με ρώτησε σε λίγο αφού
κάθησα εκεί κοντά της· «τι σούλεγε;»

«Τίποτες· κουβεντιάζαμε», της είπα: «Πού είναι τος; δεν ξύπνησε
ακόμα;»

«Σύρε μέσα να τονέ δης' κλειδώθηκε· δεν άφησε ούτε τον πατέρα του να
μπη». Αναστέναξε: «Κλειδώθηκε και γράφει με τη λάμπα. Τον πειράζει ο
ήλιος, λέει, κ' έκλεισε το παραθύρι. Κάποιος λέει νάχη τον ήλιο κι
αυτός καίει φως μέρα μεσημέρι. Και νάτανε κάνε φτηνό και το
πετρέλαιο».

Η Μαρία μου έφερε καφέ. Η όψη της γελούσε. Τον άφησε στο τραπέζι και
γύρισε να φύγη.

«Έλα δω, μωρή· τι κάνει μέσα;» της φώναξε η θεια.

«Ξέρω γω; Σαν και ξαναπήγα μέσα;» είπε η Μαρία αδιάφορα.

Γύρισα και την ξανακοίταξα. Είτανε χτενισμένη, πιο συγυρισμένη και στα
πόδια της φορούσε τα πασουμάκια.

«Είδες τι της έφερε;» μου είπε η θεια.

«Όμορφα είναι», μουρμούρισα.

«Μούφερε και τα παπούτσια· με κουμπιά και με λουστρίνι», είπε
γελούμενα η Μαρία: «Να τα φέρω να τα δης;»

Και βγήκε γλήγορα χτυπώντας τα τακούνια από τα πασουμάκια.

«Μου πήρε ταυτιά από την αυγή με το βρόντο· μα ας τα χαρή μια μέρα η
κακομοίρα. Κορίτσι είναι κι αυτή», είπε η θεια.

Η Μαρία γύρισε, με τα παπούτσια. Είταν από τα έτοιμα που πουλούνε στο
Αναβρυτήριο

«Καλά δεν είναι;»

Τα πήρα κ' έκαμα πως τα κοίταζα: «Ωραία είναι», της είπα.

«Σαν κοντά μου κάζονται· δε σε στενεύουνε;» ρώτησε η θεια.

«Αμπά! Σα νάτανε παραγγελιά. Να δης να τα φορέσω».

Μου τάδραξε από το χέρι. Μα μόλις κάθησε να τα φορέση, ο Νίκος τη
φώναζε από μέσα. Τάφησε κ' έφυγε γλήγορα.

Κάθησα να πιω τον καφέ μου και πήρα την εφημερίδα από το τζάκι. Της
θειας της άρεσε νακούη τα νέα κι αν και μου είταν κάπως βαρετό να
κάθουμαι να της ξηγώ κάθε φράση που διάβαζα, όμως για χάρη της θυσίαζα
πρόθυμα μια ώρα κάθε πρωί.

Εκεί που άρχισα να της διαβάζω, η Μαρία μας έκοψε, ξαναμπαίνοντας μέσα
με δυο κονίσματα στα χέρια της.

«Τι είν' αυτά, μωρή;» ρώτησε η θεια.

«Μου τάδωσε ναν τα φέρω δω· δεν τα θέλει μέσα, λέει. Είναι ανεβασμένος
στο τραπέζι και θέλει να κατεβάση και το κονοστάσι». Η φωνή της Μαρίας
έτρεμε.

Η θεια πετάχτηκε άγρια στην πόρτα: «Σύρ' τα πάλι μέσα», είπε της
Μαρίας, «βάλ' τα γλήγορα κει που είτανε. Όσο είμαι ζωντανή, το ορίζω
γω το σπίτι μου».

«Μαρία! Έλα πάρε κι αυτά, μην τα πετάξω απ' το παράθυρο», φώναξε από
την κάμαρά του ο Νίκος, ενώ η μάννα του έβγαινε στο σαλότο.

«Θα σε πετάξω πρώτα εσένα εγώ απ' το σπίτι, γάιδαρε», του φώναξε κ' η
μάννα του και χύμησε να μπη στην κάμαρα.

Ο Νίκος πρόλαβε κ' έκλεισε την πόρτα: «Έλα, Μαρία, παρ' τα· αλλιώς θα
τα πετάξω κάτω, σου είπα», ξαναφώναξε από μέσα.

Η Μαρία έκαμε να πάη από την άλλη πόρτα, μα η θεια την άρπαξε:

«Μην πειράξης, κακομοίρη, τίποτας, γιατί τζογάπι δε μου δίνεις. Βάλε
πάλι τα κονίσματα στον τόπο τους, μην πας γυρεύοντας για μεγαλήτερα».

Ξαναχτύπησε δυνατά την πόρτα.

Μα αντίς νανοίξη αυτή, ακούστηκε νανοίγη το παράθυρο.

«Θα τα πετάξη αλήθεια», μουρμούρισε η Μαρία, σμίγοντας τα χέρια
μπροστά στο στήθος κ' έτρεξε στο παράθυρο του μαγεριού.

Χύμησα κ' έπιασα τη θεια, που αγρίεψε περσότερο και χτυπούσε
δυνατότερα την πόρτα, βρίζοντας ολοένα.

«Τα πέταξε», μου έκαμε νόημα η Μαρία, βγαίνοντας από το μαγεριό και
τρέχοντας στη σκάλα.

«Έλα, άσε τον το ζουρλό, δεν τα πετά· έτσι το κάνει», γύρεψα να
ησυχάσω τη θεια.

«Θα τον πετάξω όξω απ' το σπίτι μου. Θα φέρω την εξουσία», φώναζε
κείνη.

Τρόμαξα να την μπάσω στην τραπεζαρία. Έπεσε τρέμοντας στον καναπέ. Την
έπιασε το νευρικό της, καθώς τόλεγε.

Έτρεξα να κράξω τη Μαρία, ναρθή να τη βοηθήση. Τη βρήκα που ανέβαινε
τη σκάλα κρατώντας το κονοστάσι που είχε πετάξει ο Νίκος από το
παράθυρο. «Θα ρίξη ο θεός φωτιά να μας κάψη», μου είπε με δάκρυα,
δείχνοντας ένα κόνισμα σπασμένο στη μέση.

Το άδραξα από το χέρι της και το απίθωσα χάμω: «Μην πης πως τα
πέταξε», της είπα σιγαλά και την έσπρωξα στην τραπεζαρία, μπαίνοντας
και γω μαζί της.

Πέρασε ώρα ως που να ησυχάση λίγο η θεια. Κόντευε πια μεσημέρι. Ξάφνω
θυμήθηκα το κονοστάσι, που είχα αφήσει πριν όξω από την πόρτα και πήγα
να το πάρω, μην τόβρη ο θειος που θαρχότανε κ' έχουμε νέες φασαρίες.
Το πήρα κι αυτό και το σπασμένο κόνισμα και πήγα στην κουζίνα να τα
κρύψω. Έβαλα το κονοστάσι μέσα στο κασόνι με τα κάρβουνα, το κόνισμα
όμως δίσταζα να το πετάξω εκεί. Καθώς κρατούσα τα κομάτια του και τα
κοίταζα, ξαφνίστηκα. Τα ταίριασα κι αν είχα τα χέρια μου άδεια, θάκανα
αλήθεια το σταυρό μου. Τόσο παράξενος μου φάνηκε ο άγιος που είτανε
ζωγραφισμένος εκεί. Φορούσε μακριά αρβανίτικη φουστανέλα ίσια με το
γόνα και ψηλή τουρλωτή φέσα. Δε θυμούμαι καλά αν είχε τσαρούχια και
βλαχόκαλτσες ή τουζλούκια. Απάνω από το κεφάλι του διάβασα τα λόγια «ο
άγιος Γεώργιος ο εξ Ιωαννίνων». Δεν μπόρεσα να μη γελάσω κ' η Μαρία
που ήρθε άξαφνα στην κουζίνα μ' έπιασε με το χαμόγελο.

«Γελάς», μου είπε· «δε λες θα μας οργιστή ο θεός; Είδες πώς τόκαμε; Να
μη στοχάζεται την αμαρτία!» Δίπλωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος: «Δεν
τάκουσες εψές; Γίνηκε τούρκος. Τώρα έχει ένα μακρί τσιμπούκι και
καπνίζει».

«Δε φορεί και φέσι;» ρώτησα.

Δε μου απάντησε. Στάθηκε μια στιγμή: «Δε με κάνει και μένα τούρκισσα»,
είπε τινάζοντας γοργά από τα πόδια της τα πασουμάκια: «Δεν τα
ξαναφορώ, δεν ξαναπηγαίνω μέσα!»

«Μην τα ξαναφοράς, μην ξαναπάς μέσα», της είπα σιγαλά κ' έπιασα το
χέρι της.

Δε σήκωσε τα μάτια από χάμω.

«Κοίτα, άκου με, Μαρία», της ξαναείπα· «να, κρύψε πουθενά το κόνισμα,
μην το δη η θεια. Κ' ύστερα, πάρε και ποδέσου ταχτικά, σα φρόνιμο
κορίτσι που είσαι».

Μου έρριξε μια ματιά σαν ξαφνισμένη, πήρε το κόνισμα κι άφησε το χέρι
μου.



6



Όταν ήρθε ο θειος το μεσημέρι, βρήκε ησυχασμένη τη θεια. Είτανε
πεινασμένος, μα φαινότανε χαρούμενος. Αφού ρώτησε πώς το κάμανε το
κρέας και βίασε τη Μαρία να βάλη γλήγορα τραπέζι, άρχισε να διηγάται
πόσους ξεπλήρωσε όξω στην αγορά με τα χρήματα που είχε φέρει ο Νίκος.
Η θεια έκανε πως δεν τον άκουγε. Μόνο σαν της είπε πως πλήρωσε και στο
εμπορικό εκείνα που είχε ψουνίσει αυτή, γύρισε και τον έκοψε:

«Δέκα δραχμές τις έβαλε; Ενιά κι ογδοήντα είτανε. Να πας να τις
γυρέψης πίσω τις δυο δεκάρες».

«Καλά, θα πάω», της απάντησε ο θειος και ξακολούθησε την κουβέντα του,
δίχως να προσέχη στο μουρμούρισμά της:

«Ξανάσανα λιγάκι», είπε τέλος γυρίζοντας σε μένα.

«Τώρα νακούσουν κ' οι άλλοι πως γύρισε ο έμπορας και θα ιδής
ξανάσασμα», ξαναπετάχτηκε η θεια από την άκρη της.

«Σώπα, γριά, μη σεκλετίζεσαι κι όλα θα κονομηθούνε. Δεν αφίνει κανέναν
ο θεός να πάη χαμένος», της απάντησε ήσυχα ο θειος: «Ο Νίκος πού
είναι; Δε βγήκε όξω;» ρώτησε τη Μαρία, που ήρθε κ' έβαζε τραπέζι.

«Μέσα είναι», είπε κείνη.

«Άντε φέρε το φαγί και πες του κι αυτουνού ναρθή να φάμε». Πήγε κ'
έπιασε τη θέση του στην κορφή του τραπεζιού.

Κάθησα και γω στη δική μου, προσμένοντας με κάποια ανησυχία νέα
ταραχή, άμα θάκουγε ο θειος πως δεν έρχεται ο γιος του στο τραπέζι. Η
Μαρία έφερε το φαγί και κάθησε κι αυτή, αφού περίμενε να καθήση πρώτα
η θεια.

Ο θειος πήρε να σερβίρη κατά τη συνήθεια του, όταν άνοιξε η πόρτα και
παρουσιάστηκε ο Νίκος. Στάθηκε μια στιγμή, πήγε κ' έρριξε μια ματιά
όξω από την τζαμόπορτα του μπαλκονιού κ' ύστερα ήρθε και κάθησε στη
θέση του αμίλητος και σοβαρός. Είτανε φρεσκοξυρισμένος. Καθώς μπήκε
στην πόρτα, η μακριά ζακέτα που είδα πως φορούσε, μου θύμησε το
Βελαδράπα. Μα όταν κάθησε, είδα πως είταν κατακαίνουργη. Κι ο
λαιμοδέτης του της ώρας και δεμένος σφιχτά, στενόμακρα, καθώς είταν
τότε η μόδα.

«Μπα πανάθεμα τα χαμπέρια σου, Νίκο!» φώναξε ύ θειος» σαν τον είδε από
κοντά, καθώς κάθησε δίπλα του: «Εψές δε σε πρόσεξα. Έτσι έρχεσαι από
τη Σύρα; Ή σημέρα το ξούρισες;» Και γέλασε.

«Πώς, δε σ' αρέσω;» του είπε ο Νίκος, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο και
κοιτάζοντάς τονε λοξά και με χαμόγελο. Έπειτα έκαμε ένα σπασμό με το
σαγόνι του και γύρισε στο φαγί του.

Μ' εμάς τους άλλους δεν άλλαξε ούτε λόγο· ούτε μας έρριξε ολότελα
ματιά. Μα μια κίνηση του χεριού, που μου θύμησε τον ποιητή Βιδούρη,
μας έδειξε μονάχα ένα ασημένιο βραχιόλι που φορούσε κάτω από το
μανικέτι του. Σε καναδυό ρωτήματα του πατέρα του απάντησε ξερά,
λακωνικά κι αφού άδειασε το πιάτο του και το ποτήρι, σηκώθηκε.

«Αχά, πού πας;» τονέ ρώτησε ο θειος.

«Έχω δουλειά μέσα», είπε.

«Πότε θαδειάσης, που σε θέλω;»

«Σαν αποφάς, έλα φώναξέ με».

Έφυγε. Η μάννα του ούτε γύρισε να τον κοιτάξη όλη την ώρα, ούτε έβγαλε
κι αυτή λόγο από τα στόμα της.

Μου είτανε τόσο στενόχωρα εκεί μέσα, που μόλις σηκωθήκαμε από το
τραπέζι, πήρα το καπέλο μου και βγήκα όξω.

Καθώς μπλέκανε τα πράματα, δεν είχα πια ελπίδα να μεσιτέψη ο θειος μου
και να καταφέρη τον πατέρα μου να με ξαναστείλη στην Αθήνα. Στο
τελευταίο γράμμα του που είχα λάβει, μου το ξέκοψε· έπρεπε να πάω να
μείνω στο σπίτι όσο νάρθη η ώρα για να ξαναδώσω εξέτασες· θα
προτιμούσα βέβαια νάμενα στου θειου, μα τώρα που ήρθε ο Νίκος πώς να
μείνω; Αν έλεγα, θα μου δίνανε την καμαρούλα, που κοιμότανε η Μαρία.
Μα διάβολος βαστούσε ολημέρα σε μια τρύπα; Κ' έπειτα θα μπορούσα να
βρω ησυχία μέσα σε τόσες φασαρίες; Το βρήκα λοιπόν καλήτερο να γυρίσω
σπίτι μου. Είχα δει πως ο Νίκος κράτησε κάμποσα χρήματα κ' είπα πως
μπορούσε να μου δώση το εικοσιπεντάρικο που μου χρωστούσε κ' έτσι να
φύγω. Αφού σεργιάνισα όλο ταπόγεμα όξω, γύρισα ταποβραδίς στο σπίτι με
την απόφαση αυτή.

Δε βρήκα κανένανε στην τραπεζαρία που μπήκα. Είτανε σκοτεινά κιόλας κ'
η φωτιά σβηστή. Στάθηκα και συλλογιόμουνα. Καθώς περνούσα, είχα δει
φως στην κάμαρα του Νίκου, όμως δεν αποφάσιζα να πάω να του χτυπήσω.
Μια έκανα προς τα κει, μια στεκόμουνα. Ή Μαρία μ' άκουσε κ' ήρθε μέσα.

«Εσύ είσαι;» μου είπε.

«Πού είν' η θεια;» τη ρώτησα.

Μου αποκρίθηκε πως πήγε κάπου να συλλυπηθή και δεν ήξερε κι αυτή πώς
άργησε τόσο.

«Κοίτα, ξέχασα νανάψω φωτιά», είπε άξαφνα κ' έτρεξε όξω.

Ξαναγύρισε φορτωμένη ξύλα.

«Μέσα είν' ο Νίκος;» τη ρώτησα εκεί που άναβε τη φωτιά.

«Μέσα είναι».

«Δεν ξανάγινε τίποτες;»

«Όχι».

«Κουβέντιασε με τον πατέρα του; Δε μαλλώσανε;»

«Όχι».

Άναψε τη φωτιά και σηκώθηκε από τη γωνιά.

«Για να σου πω, Μαρία», της είπα.

«Τι θέλεις; Νανάψω πρώτα τη λάμπα».

Έκαμα να την πιάσω από το χέρι.

«Τι θέλεις;» με ρώτησε απότομα ξεφεύγοντας.

«Σύρε πες του Νίκου πως τονέ θέλω».

«Τι τονέ θέλεις;»

«Τονέ θέλω».

Βγήκε. Άκουσα που άνοιξε την πόρτα του Νίκου και σε λίγο που την
ξανάκλεισε.

«Δεν αδειάζει τώρα», μου είπε ξαναμπαίνοντας.

«Αδειάζει δεν αδειάζει. Έχω ανάγκη να τονέ δω, άντε ξαναπές του».

«Σύρε πες του το μοναχός σου».

«Άντε, κάμε μου τη χάρη. Πες του πως θα φύγω», την ξαναπαρακάλεσα.

«Πού θα πας να φύγης;»

«Σπίτι μου».

«Γιατί;»

«Δε με βαρέθηκες τόσον καιρό;»

«Γιατί να σε βαρεθώ; Τι μου κάνεις να σε βαρεθώ;»

Πήρε κι άναψε τη λάμπα και περίμενε να ζεσταθή το γιαλί για να της
δώση φως.

«Να ζήσης, σύρε πες του Νίκου», της ξαναείπα και ξαναέκαμα να της
πιάσω το χέρι.

«Δεν πάω, σου είπα· θα με φωνάξη». Μ' έσπρωξε κ' έδωσε φως της λάμπας.
Την κοίταξα. Είδα πως φορούσε πάλι τα πασουμάκια.

«Τα ξανάβαλες; Δεν είπες — ;»

«Δεν είδες πώς μούρχουνται και τα παπούτσια», μ' έκοψε κ έτρεξε όξω.

Αποφάσισα να πάω να μπω στην κάμαρα του Νίκου κι ότι θέλει ας γίνη. Μα
καθώς έκαμα να βγω από την πόρτα, η Μαρία ξαναήρθε φορώντας τα
καινούργια παπούτσια.

«Βλέπεις, δεν είναι κοντά, που είπε η θεια. Εδώ μοναχά με μαζώνει
λίγο, μα θ' ανοίξη μου είπε ο Νίκος». Έβαλε το πόδι στην καρέκλα και
μούδειξε το μέρος. Έπειτα το κατέβασε, σήκωσε λίγο το φουστάνι και
μούδειξε πάλι τα παπούτσια.

«Καλά, ωραία είναι», της είπα και στάθηκα και την κοίταξα.

Σε λίγο ήρθε η θεια, κατόπι ο θειος και καθήσαμε και φάγαμε. Ο Νίκος
παράγγειλε πως δεν αδειάζει και του πήγε η Μαρία το φαγί στην κάμαρά
του.

Την άλλη μέρα, ότι ξύπνησα, πήγα ίσια και χτύπησα στην πόρτα του. Άμα
άκουσε πως είμαι γω, άνοιξε κ' ήρθε στη σάλα, Είτανε με το πουκάμισο
μονάχα και μ' ένα λινό πανταλόνι. Στα πόδια του είχε δεμένους κάτι
πάτους, που μοιάζανε πιότερο με γουρουνοτσάρουχα παρά με αρχαία
πέδιλα, καθώς τα ήθελε να είτανε. Στο χέρι του κρατούσε την πέννα.

«Θα πλευριτώσης, κακομοίρη», του είπα, σαν τον είδα που άνοιξε την
πόρτα και βγήκε στο μπαλκόνι.

«Μέσα είναι κακός αέρας», μου απάντησε· «τι με θέλεις; Λέγε γλήγορα».

«Ξέρεις, λέω να φύγω», μουρμούρισα.

«Καλά θα κάμης· κατευόδιο».

Τον κοίταξα: «Δεν έχεις να μου δώσης τίποτα;»

«Τι να σου δώσω;»

«Το εικοσιπεντάρικο το ξέχασες;»

«Α ναι· αν έχω να σ' το δώσω».

«Πώς δεν έχεις; Προψές είδα — »

«Αυτά είναι για να τυπώσω το δράμα μου», μ' έκοψε κ' έκαμε να φύγη.

Τον κράτησα: «Ασ' ταστεία. Το θέλω για τα ναύλα μου».

«Καλά, να λογαριάσω και σου λέω ύστερα», είπε και τράβηξε να μπη στην
κάμαρά του.

«Τι ύστερα! Τώρα θα μου το δώσης», φώναξα τρέχοντας πίσω του.

«Τώρα γράφω», απάντησε.

Και μπήκε μέσα και συρτώθηκε.

Το μεσημέρι ήρθε πάλι και κάθισε στο τραπέζι. Ντυμένος όπως και την
περασμένη μέρα. Έρριξε μερικές ματιές σε όλους μας, πότε αδιάφορες,
πότε περιπαιχτικές, λάγγεψε, μουρμούρισε στίχους, λογόπαιξε με κάτι
που είπε ο πατέρας του, χτύπησε τη Μαρία στο χέρι που δεν κρατούσε
καλά το περούνι, έκοψε το φαγί στη μέση και κάπνισε ένα τσιγαρέτο·
έπειτα, όταν απόφαγε, σηκώθηκε να πάη στην κάμαρά του. Το βράδι δεν
παρουσιάστηκε. Το άλλο μεσημέρι ήρθε στο τραπέζι κ' έκαμε τα ίδια.

Πέρασαν έτσι τέσσερες πέντε μέρες. Δοκίμασα να τονέ ζυγώσω, στάθηκε
αδύνατο. Του έστειλα σημείωση με τη Μαρία, μα δεν έλαβα απόκριση.
Αναγκάστηκα να γράψω του πατέρα μου να μου στείλη τα έξοδα για να
γυρίσω σπίτι. Και περίμενα. Απένταρος καθώς είμουνα δεν μπορούσα να
μπω ούτε στον καφενέ να σκοτώσω την ώρα μου. Στο σπίτι είταν αδύνατο
να υποταχτή κανείς στην πειθαρχία που μας είχε βάλει ο Νίκος, να μη
μιλούμε δυνατά, να πατούμε στα δάχτυλα. Από τάλλο μέρος η γκρίνια των
γερόντων όλο και δυνάμωνε. Οι άνθρωποι που τους είχανε δώσει τα καπνά
τους, σα μάθανε πως ήρθε ο Νίκος, γυρεύανε λογαριασμό κι ο Νίκος δεν
μπορούσε να βρη ακόμα τη σημείωση πόσα πούλησε και πόσα άφησε. Ο
πατέρας του άρχισε να φοβάται μήπως τα πούλησε όλα κ' έφαγε τα
χρήματα, όξω από τις πεντακόσιες ή εξακόσιες δραχμές, που του είχε
στείλει με τη Μαρία το βράδι που ήρθε. Έγραψε στο μεσίτη, που του είπε
ο Νίκος πως είχε αφήσει τα καπνά, μα απάντηση δεν ερχότανε. Δεν έμενε
άλλο παρά να πάη κάποιος στη Σύρα και να ξετάση να μάθη την αλήθεια.
Μα ποιος να πάη; Ο θειος δεν κοτούσε. Μια φορά δοκίμασε να βγη όξω από
το σύνορο του τόπου του κ' η εξουσία του βουλευτή του δεν έφτασε ως
εκεί να τονέ γλυτώση. Έπρεπε να πουλήση γλήγορα γλήγορα η θεια ένα
κομάτι οικόπεδο που είχε, για να πληρωθή ένας δανειστής που τον
προσωποκράτησε. Φαίνεται ναπομένανε κι άλλοι απλήρωτοι κι ο θειος δεν
αποφάσιζε να ξαναταξιδέψη. Έτσι έπεσε σε μένα ο κλήρος να πάω να δω τι
γίνανε τα καπνά και να τους γράψω. Μου δώσανε τα έξοδα και τράβηξα στη
Σύρα.

Εκεί έμαθα: Πρώτα πως ο Νίκος δεν παρουσιάστηκε στη δίκη τον. Έπειτα
πως αφού δοκίμασε να πουλήση τα καπνά και δεν του δίνατε την τιμή που
γύρευε, τάφησε στο μεσίτη και τράβηξε σε διάφορες δόσες απάνω από
χίλιες πεντακόσιες δραχμές. Περσότερες δεν του έδωσε ο μεσίτης.

Δε συλλογιόμουνα τόσο το Νίκο όσο τους γερόντους εκεί που μια μέρα
ολάκερη δίσταζα να τους μηνήσω αυτά που έμαθα. Ρώτησα το μεσίτη σαν τι
μπορούσανε να πιάσουν τα καπνά. Άλλες δυόμισυ χιλιάδες το πολύ, μου
είπε, αν φροντίσω να τα παζαρέψω μόνος μου. Αποφάσισα τέλος να τα
γράψω αυτά στο θειο μου, όταν άξαφνα έλαβα γράμμα του Νίκου. Μου
γύρευε πρώτα να τονέ συμπαθήσω για τον τρόπο που μου φέρθηκε τις
τελευταίες μέρες. Άμα όμως συλλογιστώ, μου έλεγε, πως τα ποιητικά έργα
γεννιούνται με πόνους σαν τα παιδιά, και πως ο αληθινός ποιητής
καταντά νευρικός σαν τη γυναίκα, θα τονέ νοιώσω και δε θα θελήσω να
τον εκδικηθώ, μη στρέγοντας στη χάρη που μου γυρεύει αδερφικά. Όπως
κάμω ας κάμω. Πρέπει να τονέ σώσω τη φορά αυτή και να μη φανερώσω στον
πατέρα του πως τράβηξε τόσα χρήματα από το μεσίτη. Το λιγώτερο τα μισά
πρέπει να σκεπαστούνε.

Έδειξα το γράμμα στο μεσίτη, γυρεύοντας τη βοήθεια του. «Τα κατάλαβα»,
μου είπε, «από το γράμμα που μου έστειλε ο πατέρας του. Μα μια και
γνώριζα το Νίκο, ανάβαλα ναπαντήσω. Βάλε λοιπόν τα δυνατά σου να
πουλήσης τα καπνά περσότερο». Με σύστησε στον έναν και στον άλλον κι
άρχισα να τρέχω και να παζαρεύω, αφού έγραψα στο μεταξύ του θειου μου
και γύρεψα τη γνώμη του. Με άφησε λεύτερο να τα δώσω όσο μπορώ
καλήτερα. Μόνο να μην ταφήσω και να φύγω με παρακάλεσε. Περάσανε τρεις
βδομάδες για να καταφέρω να σκεπάσω τα μισά απ' όσα είχε πάρει ο Νίκος
και να παραδώσω στα χέρια της θειας μου, καθώς μου το απαίτησε ρητά,
κοντά τρεις μετρητές χιλιάδες.

Ως τόσο το εμπορικό μου κατόρθωμα δεν είτανε τόσο μεγάλο όσο το
φαντάστηκα. Οι τρεις χιλιάδες μόλις φτάσανε να πληρωθούν εκείνοι που
είχανε δώσει του θειου μου τα καπνά τους. Όχι μόνο για το προικιό της
Μαρίας δεν περίσσεψε λεφτό, μα ούτε για τον υπομοίραρχο δεν έμεινε να
πάρη τους τόκους του αυτόν το χρόνο.

Ο πατέρας μου είχε στείλει στο μεταξύ εκεί τα έξοδα του ταξιδιού μου
και θέλησα να φύγω αμέσως την άλλη μέρα. Μα η θεια ήθελε σώνει και
καλά να με κρατήση όσο να περάσουν τα Χριστούγεννα που ερχόντανε σε
λίγες μέρες.

Ο Νίκος με δέχτηκε στην κάμαρά του το ίδιο βράδι, μου πρότεινε μάλιστα
να κοιμηθώ στον καναπέ του γιατί έκανε κρύο στη σάλα.

«Αδύνατο να σ' ενοχλήσω», του είπα.

«Μην είσαι αστείος», είπε, «μη θυμάσαι τις προάλλες. Είχα κάποιο λόγο
τότε».

Δέχτηκα. Άμα όμως ήρθε η ώρα για να πέσουμε, είδα πως πήρε το καπέλο
του κ' έφυγε δίχως να μου πη πού πάει. Γύρισε τα χαράματα και την άλλη
μέρα ξύπνησε όταν εμείς είχαμε πια αποφάει. Από τη Μαρία έμαθα πως τη
ζωή αυτή την έκανε από δυο βδομάδες.

«Και πού ξενυχτά;» τη ρώτησα.

Σήκωσε τους ώμους.

«Έχει καμιά αγαπητικιά;»

Έφυγε δίχως ναπαντήση. Είδα πως δε φορούσε πια τα πασουμάκια και πως
είτανε πιο πολύ χλωμή κι ανόρεχτη.

Το απόγεμα με φώναξε ο Νίκος στην κάμαρά του. Είχε φάει και ντυνότανε.

«Νωρίς ξύπνησες», του είπα.

«Δεν μπορώ να κοιμηθώ τη νύχτα».

«Θα τέλειωσες το δράμα σου και γλεντάς τώρα».

«Σ — »

«Μπα, δεν το τέλειωσες; Ακόμα;»

«Μπορεί κανένας να εργαστή δω μέσα; Στην προστυχιά, στην αηδία. Με
τέτοια χτήνη γύρω του. Άσ' τα. Έρχεσαι νάβγουμε όξω;»

«Πού να πάμε;»

«Στον καφενέ. Πού αλλού; Εκεί περνώ τη σιχασιά μου όσο να φύγω».

«Τόχεις για την Αθήνα πάλι;»

«Ποια Αθήνα! Τι να κάμω εκεί στην άλλη μούχλα;»

«Αλλά;»

«Στη Γερμανία θα πάω».

Χαμογέλασα.

«Δεν το πιστεύεις; Να, δες, μαθαίνω και γερμανικά»

Έβγαλε από την τσέπη του ένα φυλλάδιο και μου τόδωσε. Είτανε αλήθεια
ένα κομάτι από γερμανική μέθοδο, από κείνες που πουλούνε στους
δρόμους.

«Και τι θα κάμης στη Γερμανία;»

«Να δω τη Γερμανία. Τι με κοιτάς; Όποιος δεν έχει δει τη Γερμανία δεν
είναι άνθρωπος. Δεν ξέρει τι θα πη ζωή. Γελάς ε; Τόσο νοιώθεις.
Νάμουνα σαν εσένα, θα πήγαινα να πάρω εκεί το δίπλωμά μου».

«Δος μου χρήματα — »

«Τι χρήματα; Αφορμές· γιατί σου λείπει η ζωή μέσα σου. Τι με κοιτάς;
Εδώ είναι καιρός χαμένος. Άκου τι μου γράφει ο Πάλας».

Έβγαλε από την τσέπη του ένα πολυσέλιδο γράμμα και μου διάβασε μερικά
μέρη. Αν είτανε πρωθυπουργός, έλεγε, θάστελνε όλα τα παιδιά να
σπουδάζουνε στη Γερμανία και θάκοβε μισθούς σ' όλους τους συγγραφείς
και καλλιτέχνες να παν εκεί να δούνε τη ζωή με τα στραβά τους. Έτσι
μόνο μπορούσε να γίνη στο ρωμέικο ένα στουρμ και ντραγγ».

«Τι, τι;» ρώτησα.

«Ύστερα σου λέω γι' αυτό· άκουσε πρώτα παρακάτω: Μόνο αν μπάσουμε το
γερμανικό πνεύμα, θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Για να ζήση κανένας,
πρέπει πρώτα να βρη τον εαυτό του, πράμα που μόνο εδώ στη Γερμανία
γίνεται. Εδώ θα καταλάβης την αρχαία Ελλάδα, εδώ θα νοιώσης τον
Αισχύλο και τον Παρθενώνα, άμα ακούσης την ένατη συμφωνία και μπης
στους κόσμους του Μπαΐκλιν. Θαντικρύσης το μεγάλο, θα αισθανθής το
τραγικό βάθος της αιωνιότητας, που αν δεν ακούσης τον ψαλμό της μέσα
σου, μην το στοχάζεσαι πως θα δημιουργήσης. Αυτό που βλέπεις γύρω σου
είναι ψευτιά. Αυτού δεν ξέρει κανένας τι θα πη ζωή, αυτού δε νοιώθει
τίποτες κανένας. Ό,τι σας ξιππάζει αυτού, εδώ το ξέρουνε κ' οι
κελνερίνες — »

«Τι είναι κελνερίνες;» ρώτησα.

«Θηλυκά γκαρσόνια. Πρέπει να ξέρης πως οι άντρες στη Γερμανία δεν
κάνουν ταπεινωτικές δουλειές».

«Αλλά τι κάνουν;»

«Αντρικές δουλειές. Πρώτα πρώτα γίνουνται στρατιώτες όπως στην αρχαία
Ελλάδα».

«Δε σε πολυκαταλαβαίνω», του είπα.

Γέλασε: «Θάτανε αφύσικο κιόλα να καταλάβαινες. Η Γερμανία δε νοιώθεται
έτσι εύκολα. Έλα πάμε».



8



Με τράβηξε ίσια στον καφενέ. Ένας κύριος με γιαλιά και μαλλιά
μισόψαρα, μας έγνεψε από ένα τραπέζι. Ο Νίκος τονέ χαιρέτησε γερμανικά
και γερμανικά έκαμε τη σύστασή μας. Ο κύριος, αφού είπε κατιτίς του
Νίκου, γύρισε και με ρώτησε γερμανικά κάτι και μένα.

«Δεν ξέρετε γερμανικά;» είπε άμα είδε πως τον κοίταξα με ανοιχτό
στόμα.

«Ούτε τόνομά σας δεν κατάλαβα», του απάντησα.

«Δόκτορ Ζαμπακίδης», είπε και μου ξαναέδωσε το χέρι.

Ο Νίκος άρχισε να μιλή μαζί του γερμανικά. Μα για να συνεννοηθούν,
έπρεπε να ξαναλένε κ' οι δυο τη φράση ρωμέικα.

«Προχώρεσε, βλέπω, ο ξάδερφος μου στα γερμανικά», είπα για να πω κάτι
και γω.

«Πολύ. Έχει ταλέντο κ' ενθουσιασμό γι' αυτήν τη γλώσσα. Κ' είναι
αλήθεια ωραία γλώσσα».

«Έχω ακούσει το εναντίο», είπα.

Ο Νίκος γέλασε: «Ταρέσουνε τα γαλλικά. Άμα ακούω γαλλικά σβηούμαι στα
γέλια».

«Όχι δα· μην είσαι υπερβολικός· και τα γαλλικά είναι ωραία γλώσσα»,
είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ωραία για καλαμπούρια. Αστεία σαν το λαό που τη μιλεί. Με πιανουν τα
νεύρα μου νακούω για φραντσέζους», φώναξε ο Νίκος λαγγεύοντας.

«Πού τους ξέρεις τους φραντσέζους;» του είπα.

«Γνώρισα ένα σωρό· όλοι γελοίοι. Έπειτα ξέρω δυστυχώς τη φιλολογία
τους. Για γυναίκες. Έθνος που δεν έχει έναν ανώτερο ποιητή, ένα
μουσικό, ένα ζωγράφο της προκοπής. Αφίνω δα φιλόσοφο· κανέναν!»

«Ξέχασες το Ρουσσώ, για να σου πω μονάχα έναν», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Έστω· μα κι αυτόνε τον καταδιώξανε. Ο Μεγάλος Φρειδερίκος τον έσωσε,
όπως έσωσε και το Βολταίρο».

Ο Ζαμπακίδης τον κοίταξε.

«Δεν τους σώζει ένας Ρουσσώ», ξακολούθησε ο Νίκος· «έπειτα κ' εκατό
Ρουσσώ νάχανε βγάλει, δεν εξιλεώνεται το κακό που κάμανε στην
ανθρωπότητα».

«Ποιο κακό;» ρώτησα.

«Την επανάσταση».

«Κ' έκαμε κακό η επανάσταση;»

«Τι μεγαλήτερο κακό ήθελες! Έβγαλε στη μέση τη μεσαία τάξη».

«Και την επιστήμη», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Ποια επιστήμη; Την άρνηση της ζωής; Δε μ' αφίνεις, αδερφέ Δημητρό·
τάπαμε τόσες φορές· βαριούμαι τη συζήτηση».

«Είσαι υπερβολικός· έπειτα μου φαίνεται πως συγχύζεις λίγο τα
πράματα», είπε ο Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

«Εγώ συγχύζω ή εσύ δεν ξέρεις τι σου γίνεται;» φώναξε ο Νίκος: «Ή
γιατί σου αρνούμαι την ωφέλεια της επιστήμης σου για τη ζωή; Δε σου το
απόδειξα προχτές πως η επιστήμη έφαγε την αρχαία Ελλάδα; Είδες τι
αλλιότικα έγινε στη Ρώμη. Βλέπεις και τη Γερμανία σήμερα».

«Μα σου είπα, πως δε σε κατάλαβα καλά», είπε ο Ζαμπακίδης.

«Γι αυτό σούδωσα κ' εγώ να διαβάσης το άρθρο μου, για να με καταλάβης
καλήτερα».

«Δεν το κατάλαβα περσότερο από τα λόγια σου». Ο Ζαμπακίδης χαμογέλασε.

«Βέβαια θα πρόσεξες στη γλώσσα», είπε ο Νίκος κι αρχίσανε να συζητούνε
το γλωσσικό ζήτημα. Ο Ζαμπακίδης έλεγε πως η γλώσσα πρέπει νάχη μια
γραμματική, ο Νίκος υποστήριζε πως γραμματική είναι το ατομικό
αίσθημα. Θέλησα νανακατευτώ κ' εγώ στην κουβέντα, μα τα μπέρδεψα
γλήγορα και σώπασα.

«Άσ' τα τώρα κ' έλα να κάμουμε το μάθημά μας», του είπε τέλος ο
Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος έβγαλε από την τσέπη του το φύλλο της γερμανικής γραμματικής.

Πήρα μιαν εφημερίδα να διαβάσω για να μην τους ενοχλώ.

Δε θα περάσανε πέντε λεπτά όταν άκουσα τη φωνή του Ζαμπακίδη:

«Α, α! Έτσι δεν κάνουμε τίποτα· πώς θα πάμε παρακάτω;»

«Σου είπα, τη γραμματική τη βαριούμαι», είπε ο Νίκος και χασμουρήθηκε.

«Τότε άφησε την ιδέα να μάθης γλώσσα. Χωρίς γραμματική είναι κόποι
άδικοι», ξαναείπε ο Ζαμπακίδης.

Ο Νίκος γέλασε: «Σαν και με νοιάζει εμένα η γλώσσα; Τα στουρμ και
ντραγγ δε γίνουνται με τη γραμματική».

Και σηκώθηκε.

«Άντε κάμε το στην πρέφα τώρα. Καθήσανε και σε καρτερούνε», του είπε ο
Ζαμπακίδης με χαμόγελο.

Πράματις σ' ένα τραπέζι παραπέρα προσμένανε το Νίκο δυο κύριοι με την
τράπουλα στο χέρι.

Ο Ζαμπακίδης με κοίταξε μια στιγμή, άμα έφυγε ο Νίκος, δίχως να
μιλήση.

«Αυτό είναι το μάθημα που κάνετε;» ρώτησα γελώντας.

«Τα παίρνει αψά τα πράματα», μου απάντησε σα να μην πρόσεξε το ρώτημά
μου: «Έτσι και τώρα με τη Γερμανία».

«Σπουδάσατε στη Γερμανία;» ρώτησα.

Έγνεψε με το κεφάλι.

«Νομικά;»

«Όχι· φιλοσοφία και γεωλογία».

«Κ' εξασκείτε — ;»

«Γεωπονία στον κήπο μου», είπε με χαμόγελο.

Τον κοίταξα.

«Σας φαίνεται παράξενο;» μου είπε — «αυτού τέλειωσε το δικό μου στουρμ
και ντραγγ».

«Τι είναι αυτό το στουρμ και ντραγγ; Δε με φωτίζετε!»

«Πνευματικός αναβρασμός, πώς να σας το πω: κάτι σαν αυτό που θέλει να
κάμη τώρα ο ξάδερφος σας» .

Και μου ξήγησε την ιστορική του σημασία.

«Και κάματε κ' εσείς εδώ ένα τέτοιο πράμα;» τονέ ρώτησα.

«Έκαμα! θέλησα δηλαδή να κάμω, όπως κι ο Νίκος».

«Είστε ποιητής κ' εσείς;»

«Πού να βρεθώ ποιητής; Σας είπα, σπούδασα γεωλογία».

Τον κοίταξα λίγο περίεργα.

Χαμογέλασε: «Ξαφνίζεστε, βλέπω. Νομίζετε πως δεν μπορεί να ονειρευτή
κ' ένας γεωλόγος ένα στουρμ και ντραγγ;»

Ξακολούθησα να τον κοιτάζω.

«Ε λοιπόν, παρόμοια σαν τον ξάδερφό σας θέλησα κ' εγώ ναναμορφώσω».

«Τον κλάδο σας;» ρώτησα σαν είδα πως σώπασε.

«Τι κλάδο μου! Μόνο τον κλάδο μου;»

«Τι άλλο;»

«Την κοινωνία ολάκερη, τη ζωή, τον κόσμο. Ν' ανατρέψω τον ίδιον το
θεό».

«Πώς; με τι τρόπο; Με τη γεωλογία;»

«Μάλιστα, με τη γεωλογία».

«Δε σας καταλαβαίνω· για πέτε μου», είπα σαν τον είδα πως ξανασώπασε
κοιτάζοντας κατά το τραπέζι που είχε καθήσει ο Νίκος.

«Τι να σας πω; Σας είπα σπούδασα στη Γερμανία. Πολλά απ' αυτά που λέει
ο Νίκος τάκουσα κ' εγώ εκεί. Ίσως κάπως λιγώτερο συγχυσμένα, μα αυτό
δεν έχει να κάμη. Φτάνει πως τάκουσα και φτάνει πως κατάλαβα πως η ζωή
δεν πάει τον ίσιο δρόμο της. Ή είστε αντίθετης γνώμης;»

Συμφώνησα για να μην τονέ διακόψω.

«Ε λοιπόν, πίστεψα πως σ' αυτό φταίει η θρησκεία και βιάστηκα να πάρω
τα διπλώματά μου και να γυρίσω εδώ να τη χτυπήσω».

«Πώς να τη χτυπήσετε;»

«Να πώς. Κατάφερα τρεις άλλους φίλους μου, που σπουδάζανε κι αυτοί στη
Γερμανία, και κάναμε ένα σύλλογο, ομάδα, καθώς την είπαμε. Μαζέψαμε
αναμεταξύ μας κάμποσα χρήματα, έγραψα εγώ μια μελέτη αναιρώντας την
ιδέα του θεού και τη μωσαϊκή κοσμογονία με τη θεωρία της γνώσης και με
τη γεωλογική επιστήμη, δέσαμε τις βαλίτσες μας, ήρθαμε στην Αθήνα και
ρίξαμε την μπόμπα».

«Ποια μπόμπα;»

«Τη μελέτη μου, που την τυπώσαμε σε βιβλίο με χρήματα της κάσσας μας».

Σώπασε μια στιγμή χαμογελώντας.

«Ε, και — ;» έκαμα να ρωτήσω.

«Το αποτέλεσμα θέλετε να πήτε; Κάποιος καλόγερος, αρχιμαντρίτης ή
δεσπότης δε θυμούμαι, αναίρεσε σε μιαν εφημερίδα τη φιλοσοφική βάση
της μελέτης μου. Τη γεωλογική μου την κουρέλιασε κάποιος υφηγητής της
γεωλογίας, αποδείχνοντας πως είχα κάμει σφάλματα στη μετάφραση των
κειμένων που είχα παραθέσει στο βιβλίο μου».

«Κ' εσείς δεν απαντήσατε;«

«Τι ναπαντούσα; Ο συνάδερφός μου γεωλόγος είχε δίκιο στα σφάλματα που
μου βρήκε. Γι' αυτό επιμένω τώρα του Νίκου να μην καταφρονή τη
γραμματική!»

«Και του καλόγερου δεν του απαντήσατε;»

«Αυτού είχα να του απαντήσω. Μα πού; Ποια εφημερίδα μού άνοιγε τις
στήλες της να χτυπήσω τη θρησκεία;»

«Γιατί δεν τυπώνατε νέο βιβλίο;»

«Με τι χρήματα; Ο πατέρας μου δε μου ξανάστειλε πεντάρα. Δεν ήθελε
ούτε να με δη, σαν έμαθε πως τάβαλα με το θεό».

«Κ' η κάσσα σας;»

«Ποια κάσσα;»

«Του συλλόγου που είπατε».

«Ο σύλλογός μας διαλύθηκε».

«Γιατί;»

«Οι σύντροφοι μου δεν τον περιμέναν τέτοιον πόλεμο. Οι δυο απ' αυτούς
μάλιστα με αποκηρύξανε στον τύπο, άμα διαδόθηκε πως είχαμε κρυφή
εταιρία για να πολεμήσουμε τη θρησκεία».

«Τόσο θάρρος είχανε;»

«Τι θάρρος; Κάμανε σα γνωστικοί άνθρωποι. Ο ένας είναι τώρα γιατρός με
μεγάλη πελατεία, ο άλλος τμηματάρχης σε κάποιο υπουργείο. Ο τρίτος,
που μου έμεινε πιστότερος, δικηγορεί στο ειρηνοδικείο του χωριού του».

«Κ' έπειτα τι έγινε;»

«Αφού ναυάγησε η θρησκευτική ανατροπή, γυρίσαμε το νου με αυτόν τον
τρίτο σε άλλη ανταρσία. Θελήσαμε να σηκώσουμε αναβρασμό σε άλλη
σφαίρα».

«Σε ποια;»

«Τι ανάγκη να το μάθετε; Φτάνει να σας πω πως έλαβε τέλος χειρότερο. Ο
σύντροφός μου κατάντησε στο ειρηνοδικείο που σας είπα, κ' εγώ αφού
πείνασα και γυμνήτεψα κάμποσα χρόνια στην Αθήνα, γύρισα εδώ σαν πέθανε
ο πατέρας μου και καλλιεργώ τον κήπο κ' ένα μικρό αμπελάκι που μου
άφησε, σα δεν μπορούσε να με αποκληρώση ολότελα».

«Τόσο κατάκαρδα το πήρε που είσαστε άθρησκος;»

«Εγώ περσότερο που είταν εκείνος θρήσκος. Όταν αργότερα, που έμαθε πως
δυστυχώ, μου έγραψε να γυρίσω σπίτι, του έβαλα τον όρο να μην πατήση
παπάς στο κατώφλι αν με θέλη νάρθω. Δεν το δέχτηκε και δεν ήρθα ούτε
στο θάνατό του, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες».

«Τόσος φανατισμός!»

«Αρχές, βλέπετε· &πριντσίπιεν&, καθώς τις λένε στη γλώσσα που αγαπά ο
ξάδερφός σας».

«Και μένετε πιστός σ' αυτές;»

«Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ο λόγος μας είτανε για τον ξάδερφό σας, που
παίρνει κι αυτός αψά τα πράματα και βιάζεται να πάη στη Γερμανία».

«Είστε της ιδέας να μην πάη;»

«Εγώ; Θεός φυλάξοι! Να μη βιαστή του λέω μονάχα. Να καθήση κανένα
χρόνο ακόμα εδώ μαζί μου, να μάθη κάπως τα γερμανικά. Κ' έπειτα —
πιστεύω θα σας είπε — »

Κούνησα το κεφάλι δίχως να το θέλω.

«Για τη δουλειά που λέμε, θάναι πιο σίγουρο να περιμείνουμε ένα χρόνο
ακόμα».

Τον κοίταξα.

«Ακούστε λοιπόν να σας τα πω με τη σειρά, αν δε βαριέστε»,
ξακολούθησε. «Καθώς σας είπα, έχω έναν κήπο στο σπιτάκι που κάθουμαι.
Στην εξοχή είναι, μα πολύ κοντά. Αν θέλετε, έρχεστε καμιά μέρα με το
Νίκο να δήτε τα κουνέλια, τις κότες και τις μαλτέζικες κατσίκες μου.
Αυτό είναι όλο το ζωικό βασίλειο μου μαζί μ' ένα μαντρόσκυλο και δυο
γάτες. Το φυτικό είναι πλουσιώτερο· ελάτε μόνος να το δήτε. Τώρα ας
σας πω για το αμπελάκι μου, γιατί αυτό έχει σχέση με το θέμα. Καθώς
θακούσατε, τα κρασιά του τόπου δεν αξίζουν και πολύ· δεν ξέρει ο
κόσμος να τα κάμη, δε νοιάστηκε κανένας να τον οδηγήση».

«Μα άκουσα πως η Κυβέρνηση», έκαμα να πω.

«Παρακαλώ, αφήστε την Κυβέρνηση. Δεν μπερδεύουμαι στα πολιτικά. —
Είναι αλήθεια πως λίγοι με συμπαθούν εδώ στον τόπο κι αυτοί πολύ λίγο.
Μα εγώ τον αγαπώ. Βλέπετε εδώ γεννήθηκα, μεγάλωσα — αδυναμία τέλος,
καθώς το λέει ο Νίκος. Από τη σκληρή ζωή, που έχω κάμει τόσα χρόνια,
συνήθισα τόσο στην απλότητα, ώστε να μου φτάνη μόνο ο κήπος μου για να
συντηρούμαι. Έτσι το αμπελάκι μου απομένει σαν περίσσεμα να πήτε. Μια
στιγμή σκέφτηκα να το χαρίσω στο δήμο για τους φτωχούς κ' έτσι να
γλύτωνα από το βάσανό του. Μα ύστερα στοχάστηκα πως θα το τρώγαν οι
πλούσιοι και μου ήρθε μια άλλη ιδέα. Να κάμω δοκιμές μονάχος μου σ'
αυτό, πώς μπορούσε να καλητερέψη ο φυτός του τόπου και να γίνη το
κρασί περσότερο της προκοπής. Να σας διηγηθώ τους τρόπους που έβαλα σ'
ενέργεια, θα σας κουράση. Φτάνει να μάθετε πως ήρθα σ' ευχάριστα
αποτελέσματα· βρήκα μια μέθοδο να μην ξυνίζη το κρασί πριν από το
χρόνο, καθώς το παθαίνουν όλα εδώ. Το μόνο που με βασανίζει ακόμα
είναι το χρώμα. Δεν μπορώ να βρω το μέσο να το κάνω τόσο κιάρο όσο
χρειάζεται. Γι' αυτό λέω του Νίκου να μη βιάζεται. Έχω ελπίδες να το
καταφέρω ίσια με το χρόνο».

Και δε δείξατε τη μέθοδό σας και στους άλλους, να την εφαρμόσουνε κι
αυτοί;»

Χαμογέλασε: «Φαίνεστε που δεν ξέρετε ακόμα τον κόσμο. Ποιος ακούει από
μέθοδο; Ο κόσμος για να πειστή, θέλει να δη πρώτα θετικά πράματα. Ο
καλήτερος ο τρόπος για να διαδώσης ένα νέο πράμα είναι να το εφαρμόσης
πραχτικά. Κ' εγώ για να πείσω εδώ τον κόσμο, πρέπει να μπορέσω να
διαδώσω την εφεύρεση μου όξω από τον τόπο. Μα γι' αυτό εγώ είμαι
ανίκανος. Αδύνατο να πείσω τον εαυτό μου νάβγη πια όξω από αυτόν τον
τόπο».

«Γιατί;»

«Πολλά ρωτάτε. Σας φαίνουμαι παράξενος; Ας σας το πω. Γιατί φοβούμαι
μην πεθάνω. Και δεν είναι παράξενο μην πεθάνω από το φόβο μου μόλις
βγω από το σύνορο του τόπου».

«Τόσο φοβάστε το θάνατο;»

«Όχι τον ίδιον το θάνατο, μα το θάνατο όξω από το τόπο μου.
Παραξενεύεστε ε; Ας σας το πω κι αυτό: ο πόθος μου είναι να θαφτώ σ'
αυτό το χώμα που γεννήθηκα, ναναπαυτώ στον τάφο των γονιών μου, πλάι
στον πατέρα μου». Σώπασε μια στιγμή: «Ναι, πλάι στον πατέρα μου, μη με
κοιτάτε», ξακολούθησε με χαμόγελο· «θα θυμάστε που σας είπα πως δεν
ήρθα να τονέ δω που πέθαινε, για να μην απαντηθώ με τους παπάδες. Αχ
να ξέρατε τι παράξενος που είναι ο άνθρωπος και τι κρυφές δίπλες έχει
η ψυχή του. Τι ωφελεί, αν θαρρή κανένας πως μπορεί και τις ξεδιαλύνει.
Κ' εγώ φαντάζουμαι πως το μπορώ, ωστόσο κάθε Παρασκευή πάω στον τάφο
του πατέρα μου και του ανάβω ένα κερί. Αλλά με κάματε κ' έφυγα από την
ομιλία μας. Τι λέγαμε;»

«Πως δε θέλετε να ταξιδέψετε».

«Α ναι. Λοιπόν έπρεπε να βρω κάποιον άλλον — »

«Και διαλέξατε το Νίκο;» τον έκοψα γελώντας.

«Μη γελάτε, το ξέρω όσο κ' εσείς πως δεν είναι ο κατάλληλος. Πρώτα
γιατί είναι άνθρωπος που ακούει μόνο τις ορμές του. Τώρα τον είδατε,
άφησε το μάθημά μας, ξέχασε τα μεγάλα όνειρα για τη διασκέδαση της
στιγμής. Έπειτα δεν είναι κείνος που θάπαιρνε το έργο αυτό με την ψυχή
του, με την αγάπη του κοινού καλού. Το παίρνει μόνο για τον εαυτό του,
γιατί του γίνεται μέσο να πάη στη Γερμανία. Μα εμένα μου φτάνει αυτό.
Το ζήτημά μου είναι να βγη το κρασί μου όξω από την Ελλάδα. Άμα τα
καταφέρω αυτό, θα πειστή ο κόσμος και θάρθη μόνος του να μου γυρέψη να
τονέ φωτίσω, αντίς να τρέχω τώρα εγώ να τον πείσω με τα λόγια. Κ' έτσι
τελειώνει πια το έργο μου. Το σκούντημα θέλω να δώσω γω, τα παραπέρα
έρχουνται μόνα τους. Θα τους ξυπνήση όλους το συμφέρο. Με καταλάβατε
τώρα;»

«Σας κατάλαβα. Μα ο Νίκος!»

«Ας τονέ βοηθήσουμε κι αυτόν να γίνη μέγας. Καλό και τούτο για τον
τόπο. Να βγάλη ένα μεγάλον ποιητή».

«Μεγάλος ποιητής ο Νίκος;» Γέλασα πάλι.

«Γιατί όχι; Δεν έχει τόσους το ρωμαίικο; Κ' ένας ο Νίκος παραπάνω».

«Δεν τονέ συμβουλεύετε καλήτερα να πιάση μια δουλειά να ζήση», είπα.

Χαμογέλασε: «Φαίνεται πως δε σάλεψε μέσα σας η ορμή για το μεγάλο. Να
τονέ συμβουλέψω; Μα δε σας είπα πριν την ιστορία μου; Θαρρείτε πως δε
με συμβουλέψανε κ' εμέ; Αχ δεν το ξέρετε πως κάνει ευτυχισμένον τον
άνθρωπο η ιδέα πως είναι κατιτίς ξεχωριστό σ' αυτόν τον κόσμο. Μη
νομίσετε πως θα σώσετε τον κόσμο, αν ξερριζώσετε τέτοιες ορμές».

«Όχι τον κόσμο, μα ένα νέο ήθελα να σώσω».

Γέλασε δυνατά τώρα: «Δοκιμάστε αφού το θέλετε. Ωστόσο πιο πραχτικό
θάτανε, ανίσως δοκιμάζατε κατιτίς άλλο. Και γι' αυτό θα σας χρωστούσα
κ' εγώ χάρη. Δεν ξέρω αν το προσέξατε πως είμαι ανήσυχος όλη την ώρα
που μιλούμε. Έτσι είμαι πάντα σαν κάθεται να παίξη ο Νίκος. Σηκώνουμαι
γλήγορα και φεύγω. Αφίνω στη μέση και το σκάκι μου, που παίζω κάποτε
μ' ένα γιατρό. Και τώρα αν δεν έπιανα μ' εσάς εδώ κουβέντα, θα είχα
φύγει από ώρα. Μη με κοιτάτε, δεν μπορώ να σας το πω, πολύ περσότερο
να το ξεστομίσω στον ίδιον. Εσείς έχετε θάρρος πιο πολύ μαζί του. Σας
λέω πως δυστυχώς το ξέρουν κι άλλοι εδώ μέσα και το μουρμουρίζουνε. Δε
θάθελα να είμαι μπροστά, αν βγη ολότελα στο φόρο. Γι' αυτό φεύγω! Αν
νοιώθετε από το παιγνίδι που παίζει, πηγαίνετε καθήστε κοντά του μια
στιγμή, βεβαιωθήτε μόνος σας και κάμετε το χρέος σας Κάντε μου αυτή τη
χάρη και συμπαθάτε με που σας αφίνω».

Και μου έδωσε το χέρι του κ' έφυγε. Μου είχε πει την υποψία του
καθαρώτερα απ' όσο φανταζότανε και πρώτη ιδέα μου κ' εμέ είτανε να
σηκωθώ να φύγω. Μα η περιέργεια με κράτησε κι αποφάσισα και πήγα και
κάθησα κοντά στο Νίκο. Δεν άργησα να το βεβαιωθώ πως είτανε
συνεννοημένος με τον έναν από κείνους, που παίζανε μαζί, και γελούσανε
τον άλλον.

«Δεν ταφίνεις τώρα νάβγουμ' όξω λίγο», του είπα σιγά μια στιγμή που
είδα πως μπορούσε ναφήση το παιγνίδι.

«Γύρισε σε λίγο να με πάρης», απάντησε. Κέρδιζε κ' είτανε σε καλή
διάθεση και πείραζε τον άλλον που έχανε.

Βγήκα έναν περίπατο και ξαναγύρισα. Τονέ βρήκα τώρα ξαναμμένο. Δεν
έπιανε καλό χαρτί και τα είχε βάλει μ' έναν παπά, που είχε καθήσει στο
πλευρό του κ' έκανε χάζι το παιγνίδι. Δυοτρείς άλλοι, που καθόντανε
γύρω, γελούσανε και κάνανε νόημα του παπά να μη σηκωθή.

Ξανάφυγα και γύρισα άμα νύχτωσε. Δεν είταν ο παπάς εκεί και κάθησα
κοντά στο Νίκο.

«Θαργήσης ακόμα;» τονέ ρώτησα.

«Τώρα καθώς έμπλεξα», μου απάντησε· «δε βλέπεις πόσα μ' έχουνε
γραμμένον. Κάτσε λίγο, μπας και μου φέρεις γούρι».

Κάθησα, μα δεν τον ωφέλησα.

«Μου το κρέμασες κ' εσύ· άντε φεύγα. Πες σπίτι πως θα φάω όξω απόψε»,
μου είπε δίχως να γυρίση να με δη.



9



Η Μαρία πήρε το βράδι τη δουλειά της κ' ήρθε στην κάμαρα.

«Δεν ξέρεις πώς σε καρτερούσα νάρθης», γύρισε και μου είπε άξαφνα.

«Πολύ που σ' έννοιασε πούφυγα», μουρμούρισα.

Σα να μη μ' άκουσε: «Πού πήγατε το απόγεμα;» με ρώτησε.

«Περίπατο, στον καφενέ — »

«Κι αυτός γιατί δεν ήρθε να φάη; Πού τον άφησες;»

«Στον καφενέ».

«Έπαιζε τα χαρτιά, ε;»

Κούνησα το κεφάλι.

«Δε σου είπε τίποτας;»

«Τι να μου πη;»

«Δε σου είπε πως τοιμάζεται να φύγη;»

«Τι λέει ο Νίκος! Τόχεις πως τα παίρνω μετρητά;»

«Κι όμως να δης θα φύγη· και θα πάη χαμένος. Γι' αυτό σ' ήθελα. Να του
πης τίποτα, μπα και του γύριζες το κεφάλι».

«Με τι χρήματα να φύγη; Ποιος του δίνει;»

«Θα το δης που θα του δώσουν», είπε και σώπασε μια στιγμή. Ύστερα μου
διηγήθηκε πως ο Νίκος είχε σφίξει πάλι τη μάννα του για χρήματα.
Άκουσε πως θα κάμη δάνειο για να πληρώση τον τόκο του γαμπρού της και
γυρεύει, σώνει και καλά να δανειστή και γι' αυτόνε χίλιες δραχμές.
Στερνή φορά λέει και τάζει πως δε θα ξαναγυρέψη τίποτες. Παρατιέται κι
από κληρονομιές κι απ' όλα. Φτάνει να τονέ σώση τώρα.

«Θα τον πάρουνε στο λαιμό τους», είπα.

«Αυτό λέω και γω. Να τόλεγες και συ του θειου σου. Φοβάμαι θα τον
καταφέρη ο Νίκος».

«Τι θα μου δώσης να του το πω;» της απάντησα κοιτάζοντάς τηνε με
χαμόγελο.

Σαν το συλλογίζουμαι τώρα, δεν μπορώ να το πιστέψω πως είχα την καρδιά
να βρω μια τέτοια απάντηση. Μα καθώς καθόταν αγνάντια μου, τυλιγμένη
με το κόκκινο σαλάκι της, μου θύμισε εκείνο το βράδι ένα μήνα
πρωτήτερα, που μου σφουγγάρισε την κάμαρα και μου άναψε και τη φωτιά.
Όλος ο μήνας σα να μην είχε περάσει για μένα τη στιγμή αυτή, σα να μην
είχε έρθει ο Νίκος και γω σα να μην έλειψα. Κ' έβλεπα μόνο τα μάτια
της που γυαλίζανε υγρά και τα μάγουλά της που καίγανε.

Σηκώθηκα και της έπιασα το χέρι, μα φοβήθηκα. Είτανε κρύο κ' έτρεμε.

«Τι είσαι έτσι; τι έπαθες;» τη ρώτησα.

«Μ' έπιασε πάλε κρύο· θα μου ξανάρθη θέρμη», μουρμούρισε και μάζεψε το
πλέξιμό της: «Πάω να πέσω».

Έφυγε κ' έπεσα και κοιμήθηκα και γω.

Το άλλο πρωί τη βρήκα πάλι ορθή και δούλευε σαν πάντα, μα είταν
κίτρινη και φαινότανε πως έσερνε με κόπο τα πόδια της.

Ο Νίκος ξύπνησε την ημέρα αυτή νωρίτερα. Είχε διάθεση, μιλούσε και
γελούσε κ' είτανε ξεχωριστά περιποιητικός στη μάννα του.

Σαν αποφάγαμε, έβγαλε και μούδωσε ένα πούρο. Ο πατέρας του δε θέλησε
να πάρη· τονέ χτυπούσε στο κεφάλι.

«Πάμε μέσα να το καπνίσουμε, μην πειράξη η μυρουδιά τη μητέρα», μου
είπε και σηκώθηκε.

Περάσαμε στην κάμαρά του κ' η Μαρία μας έφερε κει τον καφέ.

«Έλα, τι έρριξες τα μούτρα; Λες πως σε ξέχασα εσένα; Βάλε το χέρι σου
στην τσέπη μου», της είπε ο Νίκος.

Η Μαρία το έβαλε κ' έβγαλε από κει ένα χαρτί, που είχε κάτι τυλιγμένο
μέσα: «Δεν το θέλω, είναι από τα χαρτιά», είπε και το άφησε στο
τραπέζι.

«Κουτή! Έλα δω, το πήρα επίτηδες για σένα», την κράτησε ο Νίκος καθώς
έκαμε να φύγη.

Στάθηκε και τον κοίταξε: «Το λες, αλήθεια;»

«Θα σε γελάσω για ένα παλιοκορκέτο;»

Η Μαρία το πήρε από το χέρι του κ' έφυγε.

«Γιατί τη γελάς;» του είπα.

Με κοίταξε: «Ε, δεν είναι καλό το πούρο;»

«Πού το βρήκες; Λαθραίο θα είναι».

«Αν έχης υποψίες και συ, μην το φουμάρης». Ρούφηξε τον καφέ του και
κάπνισε: «Άμα έφυγες εψές, τους τσάκισα· οχτακόσια καπίκια τους πήρα»,
είπε φυσώντας τον καπνό.

«Γι' αυτό έχεις σημέρα όρεξη».

Δεν απάντησε.

Νόμισα πως βρήκα την περίσταση να του πω εκείνο που ήθελα: «Δε μου
λες, γιατί παίζεις χαρτιά;» τονέ ρώτησα.

«Γιατί μ' αρέσει».

«Γι' αυτό μόνο;»

«Για τι άλλο;» Με κοίταξε παράξενα.

Δεν μπόρεσα να του το πω κοφτά και γύρεψα να βρω κάποιον τρόπο: «Μα δε
λυπάσαι τον καιρό που χάνεις;» του είπα.

«Ωχ, αδερφέ! θα μ' αρχίσης τώρα με ωφελιμισμούς;» απάντησε ζαρώνοντας
τα μούτρα· «μου φτάνει ο Ζαμπακίδης κι ο κριτικός των «Προπυλαίων».

«Δε μου λες, τι είναι αυτός ο Ζαμπακίδης;» άλλαξα ομιλία.

«Ένας αγαθός ηλίθιος. Ανθρωπάκος».

«Μα αυτός έζησε στη Γερμανία!»

«Χωρίς να τη γνωρίση. Νάχης δει τη Γερμανία και να μιλής για κοινές
ωφέλειες, να ξέρης πως ο Φάουστ έκαψε την καλύβα του Φιλήμονα και της
Βαυκίδας και να τσαμπουνάς για δικαιοσύνη και ηθική», είπε και
σηκώθηκε να περπατήση.

«Πώς, δεν υπάρχει ηθική στη Γερμανία;» τονέ ρώτησα.

«Τι θα πη ηθική;» μου απάντησε απότομα· «ο δυνατός στέκει απάνω απ'
όλες αυτές τις κουταμάρες».

«Ώστε μπορεί να κλέβη κιόλα;» Τον κοίταξα κατάματα.

Μου φάνηκε σα να κοκκίνησε. Μα η Μαρία μπήκε μέσα και μας έκοψε:
«Θάρθης να φάμε απόψε;» τονέ ρώτησε.

«Γιατί ρωτάς;» της είπε μισοαπότομα.

«Τόχω να φτιάσω πήττα. Α δεν έρθης, να την αφήσω γι' αύριο το γιόμα».

«Καλά, ας τηνε γι' αύριο το γιόμα».

Η Μαρία έφυγε.

«Ορίστε τώρα», φώναξε ο Νίκος, «να χάσης τη λευτεριά σου για ένα
κομάτι σπανακόπηττα. Κι αυτό λέγεται ζωή. Αχ πότε θα γλυτώσω από δω
μέσα!» Έσφιξε τους γρόθους και κοίταξε το ταβάνι: «Να σε κράζη όξω η
ζωή, να σε προσμένη ο κόσμος, και συ νάσαι κλεισμένος σ' ένα κλουβί
μαζί με χτήνη».

«Έλα, σήκω πάμε».

«Πού να πάμε;»

«Άλλος πάλε από δω. Πρέπει να του δώσω λόγο που θα πάμε! Ξέρεις πως
είσαι βαρετός και συ;»

«Το ξέρω, μα στον καφενέ δεν έρχουμαι».

«Μια στιγμή μόνο· να με γλυτώσης μη με μπλέξη ο Ζαμπακίδης κ' ύστερα
φεύγεις».

«Τόχεις να κάτσης πάλε στα χαρτιά;»

«Ω διάβολε, λογαριασμό θα σου δώσω!» Έκαμε να πάρη το καπέλο του. Τον
κράτησα: «Μπορώ να σου πω κάτι;» του είπα.

«Τι θες;»

«Έρχουμαι μαζί σου, μα με τη συμφωνία — »

«Να μην παίξω, ε;»

«Όχι να μην παίξης. Να μην παίξης μόνο, καθώς έπαιζες εχτές».

«Πώς έπαιζα;»

«Ξέρεις, κάτι νοιώθω από το παιγνίδι — ».

«Ε και — ;»

«Ο τρόπος που έπαιζες δε μ' άρεσε».

Με κοίταξε.

«Ούτε κι ο τρόπος που έπαιζε ο δεξιός σου». Τον κοίταξα και γω
κατάματα.

Δεν μπόρεσε να μην κοκκινήση: «Αναιδέστατε», μουρμούρισε, άδραξε το
καπέλο του κ' έφυγε.

Το βράδι δεν ήρθε να φάη κ' η Μαρία μπήκε, ετοίμασε την κάμαρα για τη
νύχτα κ' έφυγε δίχως να καθήση.

Σε λίγο πήρα να γδυθώ και γω να πέσω, όταν άνοιξε άξαφνα η πόρτα
αγάλια και παρουσιάστηκε ο Νίκος.

«Πέφτεις να κοιμηθής;» με ρώτησε δίχως να βγάλη το καπέλο του.

«Αν έχης όρεξη, ξαναντύνουμαι», είπα.

«Όχι, δεν ήρθα για να κάτσω, ήρθα να μου δώσης χρήματα».

«Έχω δυοτρείς δραχμές — σ' τις δίνω, αν τις θέλης».

«Χωρατεύεις. Το λιγώτερο ένα εικοσιπεντάρικο».

Είχα ένα μοναχό εικοσιπεντάρικο κι αυτό ραμμένο στη φανέλα μου να μην
το χάσω. Είταν από κείνα που μου έστειλε ο πατέρας μου για έξοδα να
φύγω κι ούτε μου πέρασε στο νου να του το δώσω.

«Λέγε, μου δίνεις ή να φύγω;» είπε βιαστικά.

Του έδειξα το σακκάκι μου, που είχα κρεμάσει στην καρέκλα: «Εκεί έχω
το πορτοφόλι μου· άνοιξε και πάρε όσα βρης».

Πήγε, το πήρε και βρήκε μέσα τρεις δραχμές. Με κοίταξε με χαμόγελο:
«Δεν έχεις άλλες; Λες αλήθεια;»

Στενοχωρήθηκα.

«Δε σου περίσσεψε κάνας παπούς από το ταξίδι;» είπε πετώντας το
πορτοφόλι στην καρέκλα και τσεπώνοντας τις τρεις δραχμές.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Σε ποια κάλτσα τονέ φυλάς; Έλα βγάλ' τον».

Το αίμα μου μαζεύτηκε όλο στο κεφάλι: «Νίκο!» μουρμούρισα.

Γέλασε: «Στάσου να σε ψάξω».

Έμεινα μαρμαρωμένος.

«Μπαγαπόντη», είπε κι άνοιξε την πόρτα κ' έφυγε.

Να τρέξω πίσω του να τονέ φωνάξω και να του γυρέψω λόγο; Να τονέ βάλω
να με ψάξη, να του δείξω το εικοσιπεντάρικο, το γράμμα του πατέρα μου,
να ξυπνήσω το θειο να του γυρέψω το λογαριασμό από τα έξοδά μου; Τι
θάβγαζα με όλ' αυτά; Θάφερνα μόνο στο σπίτι μια ταραχή περσότερο.
Βρήκα πιο φρόνιμο να σωπάσω και το πρωί να σηκωθώ να φύγω. Εκεί που τα
συλλογιζόμουν αυτά, με τρόμαξε ανοίγοντας σιγά η πόρτα κατά τη σάλα.
Τάχασα ολότελα, όταν είδα τη Μαρία να μπη πατώντας στα νύχια και
μισόγδυμνη.

«Γλύτωσέ με», μου είπε μόλις ανασαίνοντας και σμίγοντας τα χέρια
μπροστά στο σαγόνι της. Χέρια και φωνή της τρέμανε.

«Τι είναι;» ρώτησα, «τι έπαθες;»

«Σώσε με· μ' έστειλε να — ». Έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια, κλαίοντας
πνιχτά.

«Πού σ' έστειλε;»

«Να — να πάρω — »

«Τι να πάρης;»

«Στην τσέπη του πατέρα του».

Έμεινα άφωνος.

«Καρτερεί μέσα· θα με πνίξη, α δεν του πάω».

«Μην πας μέσα· κάτσ' εδώ», της είπα.

«Α δεν πάω, θα πάη να πάρη ο ίδιος. Δεν τον ξέρεις. Δος μου ό, τι
έχεις να του πάω, να ζήσης!» Έπιασε τα χέρια μου, τρέμοντας πάντα
ολόβολη.

Ξήλωσα τη φανέλα μου και της έδωσα το εικοσιπεντάρικο που είχα.

Η Μαρία έφυγε και σε λίγο άκουσα την οξώπορτα, που άνοιξε και
ξανάκλεισε σιγά. Όλη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ και σαν πήρε και
ξημέρωνε σηκώθηκα και βγήκα όξω. Μου είταν αδύνατο ναπαντηθώ με το
Νίκο, άμα θα ερχότανε.



10



Άμα γύρισα, κοιμότανε στην κάμαρά του. Βρήκα τη Μαρία που συνταζότανε
να πλύνη την τραπεζαρία και το θειο μου φορτωμένον το σακκούλι του να
πάη όξω στο χτήμα, να φέρη ψωμί στους αργάτες.

Θάρθω και γω μαζί σου», του είπα.

«Έλα και γυρίζουμε το γιόμα», απάντησε.

Είχα αποφασίσει να του γυρέψω αυτουνού να με δανείση όσα μου
χρειαζόντανε να φύγω κι άμα βγήκαμε στο δρόμο, άρχισα να ψάχνω να βρω
τον τρόπο πώς να του το πω. Όσες φορές είχα μιλήσει μαζί του για τη
δική μου τη δουλειά, με συμβούλεψε νακούσω τον πατέρα μου. Και τώρα
του είπα πως είχα τάχα φόβο μην ο πατέρας μου θυμώση, που δε γυρίζω
σπίτι τις γιορτές.

«Δε ντρέπεσαι, παιδί μου», μου απάντησε, «σαν κ' έμεινες σε ξένο σπίτι
για να θυμώση; Θα σε κρατούσαμε μεις, αν ξέραμε πως θα θύμωνε;»

«Αυτό λέω, δεν έπρεπε να με κρατήσετε».

«Α δεν είχε άλλα παιδιά ο πατέρας σου, δε σε κρατούσαμε. Μα αυτός έχει
ένα σωρό και μείς είμαστε μοναχοί μας. Α δεν είχαμε και σένα, θα μας
είχε πιάσει απελπισία. Τη βλέπεις τη ζωή που κάνουμε».

Είδα πως ο τρόπος, που άνοιξα την ομιλία, δεν είταν ο σωστός. Αντίς να
φέρω στη μέση το δικό μου το ζήτημα, ξανάκρισα την ιστορία του Νίκου
κι ο θειος, μια και του θύμησα τον πόνο του, δεν εννοούσε να σωπάση.
Άρχισε να κλαίη τη μοίρα του και να μου ξαναλέη πράματα, που τα είχα
ακούσει πολλές φορές. Αναγκάστηκα να τον παρηγορήσω γω»:

«Μην τα παίρνης έτσι κατάκαρδα», του είπα· «με τον καιρό θα φρονιμέψη
ο Νίκος».

«Σα γεράση; Σα μας αφανίση και μας φάη εμάς; Δεν τον είδες τώρα,
τόρριξε και στα χαρτιά. Πού βρίσκει τα χρήματα ήθελα να ξέρω».

«Σαν και παίζει με χρήματα; Παίζει να περνά την ώρα του», είπα.

«Αχ έβγα μια νυχτιά όξω να τονέ δης αν παίζη για να περνά την ώρα.
Παίζει πασέτα ως την αυγή· όπου φτάση, με όλους τους ρεμπεσκέδες, τους
χειρότερους παλιάθρωπους. Μια βραδιά πριν έρθης πιάστηκε κιόλας,
δάρθηκε με κάποιονε. Χάρη δική μου δεν τον πήρανε στην αστυνομία. Ας
τα, μην τα μελετάς. Νάτανε στο χέρι μου, θα τούδινα λεφτά να φύγη».

«Και πού να πάη;» είπα.

Μου διηγήθηκε όσα είχα μάθει από τη Μαρία κι από το Ζαμπακίδη.

«Τα παίρνεις σοβαρά κ' ελόγου σου τα σκέδια του Ζαμπακίδη;» ρώτησα
λιγάκι ξαφνισμένος.

«Βρε φέρε μου λεφτά και βλέπεις! Λες πως δεν το σκέφτηκα πρωτήτερα από
το Ζαμπακίδη να κάμω κρασί τη σταφίδα μου; Πού είναι μοναχά
ταναθεματισμένα τα χρήματα!» Αναστέναξε και μου ιστόρησε πώς και τι
θάκανε, αν είχε χρήματα.

Σα φτάσαμε στο χτήμα, ο θειος ξέχασε το Νίκο. Μου μίλησε για τις
δουλειές του εκεί. Είπε στους αργάτες τι να κάμουνε, μου έφτιασε καφέ,
τάγισε το σκύλο του και γυρίσαμε το μεσημέρι σπίτι.

Μα καθώς κάναμε νανεβούμε τη σκάλα, έτρεξε πίσω μας η θεια και μας
κράτησε: «Ελάτε δω», μας είπε και μας τράβηξε στο πλυσταριό αποκάτω
από τη σκάλα του σπιτιού.

«Τι είναι;» ρώτησε ξαφνισμένος ο θειος.

«Μας έκλεισε όξω ο Νίκος. Τον ξύπνησε η Μαρία με το σφουγγάρισμα, την
έδειρε την κακομοίρα, μπήκα στη μέση να τη γλυτώσω, μούδωσε και μένα
μια και μας πέταξε και τις δυο όξω με τις σπρωχτιές. Μην τα ρωτάς·
μαζεύτηκε όλη η γειτονιά!»

«Θα πάω να φέρω την αστυνομία. Τον κερατά, δε βαστιέται άλλο. Θα μας
βγάλη κι από το σπίτι μας», αγρίεψε ο θειος.

Τον έμπασα στο πλυσταριό.

«Μηδά αυτό, μηδά δε ράγισε και τον καθρέφτη !», ξακολούθησε η θεια,
«αφίνω δα το δόλιο το κορίτσι, που θα πουντιάση έτσι βρεμμένο που
είναι. Δεν είχαμε ούτε σπίρτα νανάψουμε κάνε φωτιά. Ντράπηκα να πάω
στη γειτονιά».

Γύρισα κ' είδα τη Μαρία μαζεμμένη σε μιαν άκρη. Είχε το κεφάλι της
σκυμμένο κι ούτε γύρισε να μας κοιτάξη.

«Θα πάω στον αστυνόμο», ξαναφώναξε ο θειος.

«Πάμε καλήτερα να σπάσουμε την πόρτα», του είπα.

Μα η θεια δεν άφησε, για να μην ξαναμαζέψουμε τον κόσμο.

«Τι διάολο, νηστικοί θα κάτσουμε;» φώναξε ο θειος «θα κάηκε και το
φαγί, φοβάμαι· ή τόχες κατεβασμένο;» ρώτησε τη Μαρία.

Εκείνη δεν αποκρίθηκε.

Πρότεινα νανάψουμε φωτιά και να καθήσουμε όσο να φύγη ο Νίκος και
νανοίξη η πόρτα. Μα ο θειος πεινούσε και ξαναφοβέριξε πως θα πάη στον
αστυνόμο να τονέ μάθη γνώση. Η θεια του θύμησε πως έπρεπε να τονέ μάθη
γνώση τότε που είτανε μικρός κι όχι τώρα καθώς τον άφησε και
κατάντησε. Ο θειος θύμωσε περσότερο και της φώναξε πως αυτή φταίει που
δεν άκουσε να τον κάμουν απόπαιδο, καθώς το αποφάσισε πολλές φορές.
Έτσι με τη λογομαχία των γερόντων πέρασε κάμποση ώρα, όσο που ακούσαμε
νανοίξη απάνω η οξώπορτα κ' έπειτα πατήματα, που κατεβαίνανε στη
σκάλα. Ο θειος έκαμε να πεταχτή, μα τον κράτησα κ' έκλεισα την πόρτα.
Από τη χαραμάδα είδα το Νίκο, που πέρασε στην αυλή με σιγανό ήσυχο
βήμα και σκυμμένες πλάτες καθώς πάντα.

Ανεβήκαμε στο σπίτι κι ο θειος έτρεξε ίσια στην κουζίνα. Το φαγί δεν
είχε πιάσει. Ο Νίκος είχε φροντίσει και το κατέβασε· έφαγε πρώτα κ'
έπειτα έφυγε.

Η Μαρία δεν ήρθε στο τραπέζι. Το βράδι έμαθα από τη θεια πως έπεσε στα
ρούχα θερμασμένη πάλι. Την άλλη μέρα δε σηκώθηκε. Ξαναπαρουσιάστηκε
την τρίτη, που είτανε Χριστούγεννα. Είταν αλλασμένη και στα πόδια της
τριζοβολούσαν τα παπούτσια, που της είχε φέρει ο Νίκος.

Το μεσημέρι, όταν μπήκα στην τραπεζαρία για να φάμε, βρήκα το Νίκο και
μιλούσε με τον πατέρα του. Είτανε σε καλή διάθεση και σαν αποφάγαμε
ξανάβγαλε να μου δώση ένα πούρο.

«Με σκοτίζει», είπα και δεν το πήρα.

Γέλασε: Άλλος Ζαμπακίδης, που δεν μπόρεσε να το συνηθίση στη
Γερμανία».

Σε λίγο ακούστηκε η μπασιά που άνοιγε κι ο Νίκος έτρεξε γοργά στην
κάμαρά του. Ήρθανε κάποιοι δικοί του θειου. Τους γνώριζα κι αρχίσαμε
να μιλούμε όταν καθήσανε. Μα δεν πέρασε πολλή ώρα κ' η Μαρία ήρθε και
μου ένεψε στην πόρτα. Σηκώθηκα και πήγα.

«Σε θέλει μέσα ο Νίκος», μου είπε.

«Πες του, δεν μπορώ ναφήσω τους ανθρώπους», απάντησα. Μα πριν προφτάσω
να ξαναμπώ στην τραπεζαρία, ο Νίκος με άδραξε από τον ώμο:

«Έλα μέσα, ηλίθιε», φώναξε.

Να δοκίμαζα να του ξεφύγω, θάκανα θόρυβο· τον άφησα, να με τραβήξη.

«Τι αγαπάς;» είπα μπαίνοντας στην κάμαρα.

«Καταλαβαίνεις που είσαι γελοίος; Τι με κοιτάς; Έλα κάτσε, κάτι έχω να
σου πω».

«Τι να μου πης;»

«Να μου κάμης συντροφιά· δεν τους βαριέσαι κείνους μέσα. Έπειτα έχουμε
και κάποιους λογαριασμούς μαζί».

Σαν τον είχα δει πρωτήτερα με τόση διάθεση, νόμισα πως θα είχε
κερδίσει την περασμένη νυχτιά κ' ήθελε να μου πληρώση εκείνα που μου
χρωστούσε και να με καλοπιάση πάλι μ' αυτό, κατά τη συνήθεια του. Με
την ιδέα αυτή κάθησα.

«Έλα, πάρε κάπνισέ το τώρα που ξεθύμωσες», μου είπε βγάζοντας πάλι ένα
πούρο από την τσέπη του.

«Με σκοτίζει», ξαναείπα.

«Δε σου τόπα πως είσαι γελοίος: Φαίνεσαι που δε νοιώθεις τη ζωή», είπε
και περπάτησε στην κάμαρα, σωπαίνοντας λίγες στιγμές: «Για να σου πω»,
γύρισε έπειτα σταματώντας μπροστά μου, «τι σούλεγε χτες η μάννα μου;»

«Τι μούλεγε;»

«Εσύ ξέρεις τι σούλεγε».

«Δε μ' αφίνεις!» έκαμα αδιάφορα.

«Τι να σ' αφήσω; Είναι ζήτημα σοβαρό για μένα και περίμενα πως θα με
βοηθούσες και συ».

«Σε τι να σε βοηθήσω εγώ;» του είπα.

«Ξέρεις σε τι· δεν είναι ανάγκη να μου κρύβεσαι».

Τον κοίταξα μην ξέροντας τι να του πω.

«Έλα· άσ' τα αυτά. Θα μου κάμης τη χάρη να πης της μάννας μου να μου
δώση εκείνα που της γυρεύω», ξακολούθησε.

«Εγώ να της πω;»

«Ναι, εσύ».

«Μη με μπερδεύης εμένα, σε παρακαλώ».

«Τότε μην μπερδεύεσαι μόνος σου και μην της λες να μη μου δώση
πεντάρα», μου απάντησε απότομα και με κοίταξε στα μάτια.

Πράματις την περασμένη μέρα μου είχε μιλήσει η μάννα του για τη
στενοχώρια, που την έβαλε γυρεύοντάς της πάλι χρήματα. Φαίνεται πως ο
Νίκος είτανε ξυπνημένος κ' ήρθε στην πόρτα της σάλας κι άκουσε πως εγώ
της είπα να μην του δώση πεντάρα. Μπλέχτηκα λοιπόν και νόμισα πως
έπρεπε να κάμω το θυμωμένο για να γλυτώσω:

«Δε με ξεφορτώνεσαι», του είπα και σηκώθηκα.

«Δεν ξέρω ποιος φορτώθηκε τον άλλον θαρρώ πως έπρεπε να βαρεθής πια —
», μου απάντησε.

«Να μένω εδώ θέλεις να πης;» ρώτησα θυμώνοντας σταλήθεια: «Δος μου το
εικοσιπεντάρικο που μου χρωστάς και θα σου τόχω χάρη εγώ να φύγω».

«Πιστεύω εσύ να μου χρωστάς καναδυό άλλα», είπε.

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Το κέρδος έπρεπε να το μοιράσουμε», ξακολούθησε χαμογελώντας.

«Παραείσαι άτιμος», του φώναξα.

Με κοίταξε χαμογελώντας πάντα: «Μεταξύ μας τώρα; Δεν αφίνεις τις
τιμιότητες γι' αλλουνούς; Πόσα έχεις ακόμα στη φανέλα;»

Τα έχασα σταληθινά.

«Για στάσου να σε ψάξω», είπε κ' έκαμε ναπλώση απάνω μου.

«Άντε να χαθής», του είπα και γύρισα να βγω από την πόρτα.

«Θέλεις νάρθη το κορίτσι για να τα βγάλη, ε; Ή λες πως δεν το ξέρω
γιατί μου έστρωσες εδώ;» ξαναφώναξε χαμογελώντας.

Δεν μπόρεσα να κρατηθώ· του έσφιξα μια στο στόμα. Αδραχτήκαμε.
Ακούσανε από μέσα την ταραχή κ' ήρθαν και μας χωρίσανε. Το μόνο, που
μου έμενε, είτανε να πάρω το καπέλο μου να φύγω, αφίνοντας το Νίκο να
'βρίζη πίσω μου και μέ και τους γονιούς του, που με μπάσανε στο σπίτι
τους.

Να μείνω πια στου θειου μου είταν αδύνατο. Έπρεπε να φύγω αμέσως με
όποιον τρόπο. Στην απελπισία μου ήρθε στο νου μου ο Ζαμπακίδης. Τονέ
βρήκα στον καφενέ, του είπα ό, τι μπορούσα να του πω από την ιστορία
και του γύρεψα να με βοηθήση να φύγω. Το έκαμε πρόθυμα και το άλλο
πρωί έφυγα με το βαπόρι.

Γύρισα σπίτι μου. Σε κάνα μήνα η θεια μας έγραψε πως ο Νίκος έφυγε και
πάει με κρασιά στη Γερμανία. Αυτή δεν ήθελε να του δώση χρήματα, μα ο
Νίκος είχε τον πατέρα του με το μέρος του και της είταν αδύνατο να
βαστάξη την διπλή γκρίνια.



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



1



Σε λίγους μήνες ήρθα πάλι στην Αθήνα να ξαναδώσω εξέτασες. Τον ξάδερφο
μου τον ξαναθυμήθηκα μια μέρα μόνο, που απάντησα στο δρόμο το
Βελαδράπα και με ρώτησε για κείνον. Ο Βελαδράπας όμως ήξερε πιο πολλά
από μένα: δηλαδή πως ο Νίκος είχε στείλει σε κάποια εφημερίδα έξοχες
εντύπωσες από το ταξίδι του. Η περιγραφή της Βενετίας κι ο τρόπος που
ένοιωσε, λέει, τη Βενετσιάνικη τέχνη κάμανε μεγάλη αίσθηση σε όσους
καταλαβαίνουν από τέχνη κι ο ύμνος του στο σύνορο της Γερμανίας είτανε
μεγαλόπρεπη λυρική έμπνευση. Αριστοκρατική. Κατιτίς πινδαρικό και
ντανουντσιακό.

«Είναι ζενιάλ ο ξάδερφός σου», μου είπε ο Βελαδράπας και μου έταξε πως
θα μου στείλη τα φύλλα με τις ταξιδιωτικές εντύπωσες του Νίκου.

Την άλλη μέρα προτίμησε να μου τα φέρη ο ίδιος για να μη χαθούνε στο
ταχυδρομείο. Έλαβε μάλιστα τον κόπο να μου τα διαβάση μόνος του. Δεν
κατάλαβα πολλά πράματα. Τα μισά κιόλας είτανε γερμανικά και δυστυχώς
κι ο Βελαδράπας δεν ήξερε να μου τα ξηγήση. Έπειτα άκουγα στην αράδα
ονόματα που δεν τα γνώριζα. Μου φανήκανε σαν είδος ψυχοχάρτι, σαν
τρισάγιο. Το μόνο που κατάλαβα καλήτερα είτανε πως δεν ξέρω ποια
εικόνα ή ποιο τοπείο θύμησε στο Νίκο κάποιο ποίημα του Βελαδράπα και
τα παράθεσε.

«Δεν είναι το καλήτερό μου», είπε αφού το διάβασε.

«Έχετε πολλά γραμμένα;» τονέ ρώτησα.

«Τυπωμένα μόνο δυο τόμους λυρικά και τρία δράματα. Αν θέλετε, σας τα
στέλνω».

Διαμαρτυρήθηκα για την τιμή, που δε μου άξιζε. Ως τόσο την άλλη μέρα
μου έφερε πάλι ο ίδιος όλους τους τόμους του με αφιέρωση κολακευτική
και διαφορετική στον καθέναν. Δυο απ' αυτούς είχανε και την εικόνα του
μπροστά μπροστά. Τον ευχαρίστησα και του έταξα πως θα τους διαβάσω
όλους, άμα ξαδειάσω. Για την ώρα έκοψα μια από τις εικόνες και την
κάρφωσα στον τοίχο.

Μια άλλη μέρα ξαναπέρασε από το σπίτι μου, μα δεν κάθησε πολύ όταν του
είπα πως σε λίγες μέρες θάδινα εξέτασες. Μου προσφέρθηκε να μιλήση σ'
έναν καθηγητή που τονέ γνώριζε στενά και την ημέρα που θα ξεταζόμουνα
τονέ βρήκα και με καρτερούσε στην αυλή του Πανεπιστημίου. Κάθησε ως το
τέλος κι όταν άκουσε πως με κάμανε προλύτη, έτρεξε να με παρηγορήση κ'
έμεινε μαζί μου ως τα μεσάνυχτα. Το άλλο το πρωί ήρθε και με πήρε από
το σπίτι μου. Με φίλεψε καφέ όξω στο «Σωκράτη», που πήγαμε και
καθήσαμε, με δάνεισε ένα δίδραχμο, άμα είδε πως είμουν απένταρος, και
το βράδι μούδωσε μπιλιέτο για το θέατρο. Κοντά στάλλα είτανε κ'
ηθοποιός ερασιτέχνης — μύστης καθώς τόλεγε — κ' έπαιζε τους υπερέτες
στις κωμωδίες και στις τραγωδίες κανέναν άγγελο.

Έτσι γινήκαμε φίλοι με το Βελαδράπα. Είταν ευγενικό παιδί, καλή
καρδιά. Μόνη του αδυναμία είταν η αγάπη του στο θέατρο και στο μεγάλο,
καθώς τόλεγε. Θαύμαζε το Νίκο για την ορμή του νου του και το βαθύ της
σκέψης του. Ήξερε κ' έλεγε απόξω πολλά ποιήματά του και ξεχωριστά του
άρεσε εκείνο που είχε κάμει στο βαπόρι, όταν πήγαινε να εμπορευτή στη
Σύρα, κι από τις πολλές φορές που τάκουσα τόμαθα και γω απόξω. Πολύ
συχνά συλλογιζόμουνα τι ευχαρίστηση βρίσκει ο Βελαδράπας μ' εμένα τον
ανήξερο κι αμύητο στα μυστήρια της τέχνης κι από τη ντροπή μου
αναγκαζόμουνα να λέω ναι σ' ό, τι μου διηγότανε, να βρίσκω ωραίο ό, τι
μου διάβαζε, να του σφίγγω το χέρι όταν άκουγα καινούργιο ποίημά του
και μια μέρα που με νύσταξε με το πρώτο του ποιητικό διήγημα, τη
Φεγγαρώ ή Φεγγάρω δε θυμούμαι, σαν είδε πως έδειξα πως συγκινήθηκα,
μου είπε ευχαριστημένος:

«Βλέπω πως αρχινάς να μπαίνης στο νόημα».

Κ' έτσι πήγαινα ταχτικά στο θέατρο κ' έπινα συχνά καφέδες δίχως να
πληρώνω.

Ο Βελαδράπας είχε πάντα χαρτζιλίκι μπόλικο. Η οικογένειά του
κατοικούσε στην Αθήνα κι ο πατέρας του, τελωνιακός υπάλληλος
πρωτήτερα, φαινότανε πως είχε πιο πολλά από τη σύνταξή του. Η κάμαρα
του φίλου μου, που μ' έπαιρνε και πηγαίναμε, αν κι απάνω στη σοφίτα,
είτανε καλά συγυρισμένη, και το τσάι, που μας στέλναν αποκάτω,
ερχότανε με πολλά παξιμαδάκια, Μια μέρα με γνώρισε στη μάννα του και
στην αδερφή του, νόστιμο κορίτσι ως δεκοχτώ χρονώ, με γελούμενα μάτια
που δε μ' αφήσανε ατάραχο. Τα ρούχα μου δεν είτανε της προκοπής για να
ελπίσω να της κάμω εντύπωση, όμως μια κι ο αδερφός της δεν είτανε
ντυμένος πολύ καλήτερα, έπαιρνα και γω το θάρρος να χτυπώ την πόρτα
του συχνότερα παρ' ότι ένοιωθα την όρεξη της συντροφιάς του. Γιατί του
άρεσε να είναι τόσο άτσαλος, ενώ, όπως φαινότανε, είχε τα μέσα να
ντύνεται πιο ανθρωπινά, δεν μπορούσα να το ξηγήσω. Πως δεν είναι
οργανική ανάγκη για έναν ποιητή να είναι και βρώμικος, καθώς πίστευα
πρωτήτερα γιατί έτσι είχα ακούσει, είχα πια απόδειξη τον ποιητή
Βιδούρη και την τελευταία μεταμόρφωση του ξαδέρφου μου. Το λόγο τον
έμαθα υστερότερα άμα σχετίστηκα πιο στενά με το Βελαδράπα. Τα χρήματα,
που του έδινε ο πατέρας του να κάνη ρούχα, τα ξόδευε για να τυπώνη τα
βιβλία του. Κ' έτσι ταίριαζε περσότερο μαζί μου κι ακόμα περσότερο
στον κύκλο, που μαζευότανε ακόμα στο καφενεδάκι του Κολονακιού, όχι
όμως τόσο ταχτικά, γιατί ο ποιητής Βιδούρης έκοψε άξαφνα να πηγαίνη
εκεί. Ο Βαλαδράπας με πήρε καναδυό φορές και μένα στο συγκάθισμά τους,
μα ούτε κείνοι δείξανε προθυμία να με προσέξουν, ούτε και γω βρήκα
πολλή ευχαρίστηση στη συντροφιά τους. Το καλό είτανε για με πως η
οικογένεια του Βελαδράπα του είχε μποδισμένο να τους φέρνη σπίτι του.
Μου το είπε παστρικά η μητέρα του μια μέρα, που άκουσε πως δεν υπερετώ
και γω τις Μούσες. Σαν της είπα μάλιστα πως κάνω πραχτική εξάσκηση σε
δικηγόρο και πως σκοπός μου είναι να δικηγορήσω και γω σε κάνα χρόνο,
σηκώθηκα στα μάτια της. Την Κυριακή με καλέσανε τραπέζι κι ο γέρο
Πετροδίκης μου φέρθηκε με πολύ σεβασμό και μια στιγμή που έλειψε ο
Βελαδράπας μου είπε πως καταχάρηκε που είδε πως έπιασε ο γιος του
φιλία μαζί μου και μ' ένα στόμα και κείνος κ' η γυναίκα του με
παρακαλέσανε να βάλω τα δυνατά μου να τον πείσω ναφήση τα ποιήματα,
που είναι καιρός χαμένος, και να δώση κι αυτός εξετάσες. Ο Βελαδράπας
είτανε γραμμένος στη Νομική και τελειόφοιτος από δυοτρία χρόνια.

Τους έταξα πως θα προσπαθήσω, δίχως εννοείται και να στοχαστώ να το
κάμω. Όχι γιατί και γω δεν είμουνα και δεν είμαι ακόμα της ιδέας πως
τα ποιήματα είναι καιρός χαμένος, μα από την πείρα, που είχα από τον
ξάδερφό μου, είχα πια και την πεποίθηση πως τανώτερα μυαλά δεν είναι
καμωμένα για πραχτικές δουλειές. Σωστά ή όχι, πρέπει να τα ταγίζη η
κοινωνία για τις πνευματικές υπερεσίες που της προσφέρνουν. Αλλά δεν
είτανε μονάχα αυτός ο λόγος. Είχα και το φόβο πως αν του ξεστόμιζα
τέτοιο πράμα, θα θύμωνε και θα μου έκοβε ολότελα τη φιλία. Κ' η φιλία
του άρχισε να γίνεται για μένα σημαντικώτερη, γιατί η Θάλεια, καθώς τη
λέγανε την αδερφή του, άρχισε να μου αρέση όλο και περσότερο. Της
άρεσα και γω; Αυτό είταν το λιγώτερο που μ' ένοιαζε. Φτάνει πως οι
γονιοί της με βλέπανε με καλό μάτι, πως ο πατέρας της θυμήθηκε ότι μια
φορά που είταν υποτελώνης σ' ένα σκάλωμα της επαρχίας μου, είχε
ακούσει για τον πατέρα μου πως είταν ένας από τους καλούς νοικοκυρέους
και κομματάρχες. Θυμότανε μάλιστα πως τότες είταν κι αντιπρόσωπος του
βουλευτή που είχε την εξουσία. Μου γύρεψε πολλές κομματικές
πληροφορίες και τον είδα πως ευχαριστήθηκε από την ενημερότητά μου. Το
μοναχό κακό είταν τα παλιά μου ρούχα. Δε μου άρεσε ποτέ νάμαι
κακοντυμένος και πάντα φρόντιζα νάχω μια φορεσιά να φαίνουμαι στον
κόσμο. Μα είχα βλέπεις βάλει χρέη από τις πρώτες μου εξέτασες και τα
χρήματα, που έλαβα από τον πατέρα μου για να κάμω ρούχα, πήγανε σ'
αυτά.

Κ' έτσι αναγκαζόμουνα κ' έπλενα με τσιγένι το σακκάκι μου κάθε φορά
που θα πήγαινα στου Βελαδράπα. Πολλές φορές κατέβαινε και μου άνοιγε η
ίδια η Θάλεια, κάποτε ανέβαινε και στην κάμαρα του αδερφού της κι όταν
εκείνος διάβαζε κανένα ποίημά του, ξεκαρδιζότανε στα γέλια, ή αν
τύχαινε να μην έχη πολλή όρεξη, τον κοίταζε μονάχα με λοξή ματιά, που
μου θύμιζε τη ματιά του ποιητή Βιδούρη. Και σα μ' έπιανε και μένα να
χαμογελώ, την έβλεπα κ' ευχαριστιότανε και για να την ευχαριστώ και γω
το έκανα συχνότερα απ' ότι άξιζε και σε περίσταση ακόμα, που από
συνήθεια πια με συγκινούσαν κάπως τα ποιήματα του φίλου μου. Άμα είναι
κανείς ερωτεμένος γίνεται ρομαντικός δίχως να θέλη. Πολλές φορές εκεί
που ο Βελαδράπας τραγουδούσε τα ξανθά μαλλιά τα λυτά στους ώμους, τα
γαλανά ονειρεμένα μάτια, εκεί που φανταζότανε την ερωμένη του να
τριγυρνά στους παραδείσιους αιθέρες, ή να φωτίζη με το γέλιο της τους
βυθούς του Ταρτάρου και να μαρμαρώνη τον Κέρβερο με τη ματιά της, μ'
έκανε και με να πέφτω σε όνειρα, ναλλάζω με τη φαντασία μου το χρώμα
των μαλλιών και των ματιών και να βλέπω μια μορφή, που έμοιαζε της
Θάλειας, να βγαίνη γελαστή στην πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην
επαρχία, άμα ακούη τα πατήματά μου στη σκάλα, ναρπάζη τα δικόγραφα από
το χέρι μου και να με φέρνη μέσα σε μια καλοσυγυρισμένη τραπεζαρία,
που μας καρτερούσε το φαγί. Μια μέρα μάλιστα δεν ξέρω πώς μου ξέφυγε
και ξομολογήθηκα στο Βελαδράπα παρόμοιο όνειρο.

«Στο βάθος μένεις ακόμα πεζότατος», μου είπε χαλώντας τα μούτρα του:
«Θαρρώ κι ακούω την αδερφή μου».

«Δεν ξέρεις πώς τη βαριούμαι αυτή την αδερφή μου», μου είπε μια άλλη
μέρα που τον έμπλεξε να την πάη κάπου κ' έμεινε μαζί της όλο το
απόγεμα. Όταν την έβγαζε περίπατο, του έκανε μεγάλη ευχαρίστηση αν
τους έβρισκα στο δρόμο και κολλούσα μαζί τους. «Μ' έσωσες», μου έλεγε
στο αυτί. Εννοείται πως και γω δεν άφινα ποτέ περίσταση να πάη χαμένη.
Όμως ένοιωθα πως η Θάλεια στενοχωριότανε ανάμεσα στους δυο. Ντρεπότανε
τη ντυμασιά μας, που λίγο ταίριαζε με τη δική της, πάντα περιποιημένη
και πάντα μοντέρνα. Όταν τους έσμιγα, προτιμούσε να τραβούμε όλο
σταπόμερα. Πολύ πιο δύσκολα αποφάσιζε ναρθή μαζί μου στο θέατρο.
Μιαδυό φορές, που έτυχε να τους μπλέξω, φρόντισε κ' είδε κάποια
φιλενάδα της και της φώναξε μπροστά μου: «Κρίμα, καημένη, να μην
καθούμαστε κοντά κοντά». Μ' έφερε στην ανάγκη ν' αλλάξω τη θέση μου με
τη φιλενάδα της. Μια άλλη φορά πάλι, που ο αδερφός της είχε μέρος στην
παράσταση και μείναμε μονάχοι στην πλατεία, δε δέχτηκε που της
προσφέρθηκα να πάμε να τη φιλέψω ένα γλυκό. Πως η αφορμή είταν
πράματις τα ρούχα μου, το είδα όταν τέλος κατάφερα να βρω ένα ράφτη να
μου κάμη με πίστωση μια καλή φορεσιά. Τη φόρεσα μια Κυριακή μαζί με
ολοκαίνουργα παπούτσια και καπέλο της μόδας και παρουσιάστηκα στην
πόρτα της. Η ματιά της άρχισε να πέφτη απάνω μου ιλαρότερη. Και δεν
έφερε αντιλογία ύστερα όταν ο αδερφός της μας τράβηξε στο Ζάππειο,
οπού του άρεσε να κοιτάζη τις όμορφες που σεργιανούσαν. Τη ντυμασιά
του Βελαδράπα φαίνεται να την είχε συνηθίσει και να μην της έκανε πια
εντύπωση. Έδειχνε κιόλας πως είταν αμελημένη επίτηδες για να ταιριάζη
με τα μακριά μαλλιά και το σφηνάτο μούσι.

Η Θάλεια άρχισε νάρχεται πιο πρόθυμα στο θέατρο και δεν της έφτανε
νάχη μόνο μπιλιέτα τζάμπα, μα ήθελε και καλές θέσες, στα μπροστινά
καθίσματα. Καταλάβαινα πως χαιρότανε κιόλας, σα δεν κάθιζε μαζί μας ο
αδερφός της και στα διαλείμματα σηκωνότανε τώρα εκείνη πρώτη και
περπατούσαμε ένα γύρο στην πλατεία. Όσο περσότερο τη γνώριζα, δεν την
εύρισκα καθόλου βαρετή, καθώς την εύρισκε ο αδερφός της. Καθάλλο
μάλιστα. Ταιριάζανε οι γνώμες μας σε όλα και στη γλώσσα ακόμα. Το
μαλλιαρό ιδίωμα, που ακούγαμε στη σκηνή που έπαιζε ο Βελαδράπας, μας
πείραζε και τους δυο στα νεύρα. Εννοείται πως εγώ φυλαγόμουνα να πω τη
γνώμη μου μπροστά στο φίλο μου, μα η αδερφή του τον πείραζε κ'
ευχαριστιόμουνα μέσα μου. Έπειτα μου άρεσε στη Θάλεια το μετρημένο και
πραχτικό μυαλό της. Μου φαινότανε σα νάκουγα τη μάννα μου, άμα μου
μιλούσε σοβαρά για πράματα του κόσμου. Φυσικά, σα βγαλμένη από το
Αρσάκειο, είταν αναπτυγμένη πιότερο από τη μάννα μου, μα στο βάθος
έμενε πιστή, αγνή ελληνοπούλα. Τη φρονιμάδα της φαινότανε να την
ξεχνούσε μοναχά σαν έβλεπε κανένα νέο καλοντυμένο και καλοκαμωμένο. Αν
την κοίταζε, της άρεσε να τον κοιτά κι αυτή. Σιγά σιγά όμως πήρανε ν'
αριεύουν οι ματιές στους άλλους. Στο μεταξύ της είχα διηγηθή και γω
την ιστορία μου, τα οικογενειακά μου, τα σχέδιά μου για το μέλλον και
τα ρέστα. Ήξερα πως δεν της άρεσε και πως ούτε το σκεφτότανε να φύγη
από την Αθήνα και της είπα πως λογάριαζα να μείνω να κάμω εκεί το
δικηγόρο. Κ' έτσι σα να συνεννοηθήκαμε καλήτερα. Και μια μέρα που η
δούλα έλειπε κ' ήρθε μονάχη της και μου άνοιξε την πόρτα, καθώς δόσαμε
τα χέρια μας, ανεβήκαμε τη σκάλα χωρίς κανένας από τους δυο μας ν'
αποφασίση να ταφήση πρώτος. Μιαν άλλη μέρα πάλι στην κάμαρα του
Βελαδράπα, κάποια στιγμή που έλειψε τούτος, τη βρήκε η μάννα της
ακκουμπημένη στον ώμο μου. Φαίνεται όμως να μην το πήρε για κακό και
δεν έπαψε κι αυτή κι ο γέρο Πετροδίκης να με βλέπουνε με καλό μάτι και
να με κρατούνε συχνά να τρώγω σπίτι τους.

Πέρασαν έτσι δυοτρείς μήνες. Είχε έρθει το χινόπωρο κι ο πατέρας μου
μού είχε στείλει χρήματα κ' έκαμα καινούργια φορεσιά. Η Θάλεια είταν
ευχαριστημένη.

Μια Κυριακή απόγεμα είχαμε βγει περίπατο με τα δυο αδέρφια. Εκεί που
κόβαμε βόλτες στο Σύνταγμα, η Θάλεια παρατήρησε έναν που πήγαινε
κάμποσα βήματα μπροστά μας και μας τον έδειξε για την παράξενη
ντυμασιά του. Φορούσε βελουδένιο καφετί κοστούμι· το σακκάκι είτανε με
δίπλες και με ζώνη στη μέση, το πανταλόνι κοντό ως το γόνα και στο
κεφάλι του είχε ένα μικρό πρασινωπό καβούκι μ' ένα φτερό ορθό αποπίσω.

«Θα κατέβηκε από το ποδήλατο», είπα.

«Ιταλιάνος θάναι», είπε η Θάλεια.

«Γερμανός, βάζω στοίχημα», είπε ο αδερφός της.

«Ό,τι κι αν είναι, σε περνάει, Βελαδράπα· δες έχει και μακριά μαλλιά».

Γελάσαμε.

«Πάμε να τονέ δούμε κι από μπροστά τι φάτσα έχει», ξαναείπε η Θάλεια.

Γοργέψαμε το βήμα και τονέ φτάσαμε στην άκρη της πλατείας. Μα καθώς
γύρισε και βρέθηκε αντίκρυ μας, τα χάσαμε κ' οι τρεις. Ο άγνωστος
έβγαλε το καπέλο του και στάθηκε μπροστά μας.

«Βρε, βρε!» φώναξε σε μια στιγμή ο Βελαδράπας και τον αγκάλιασε.

Η πρώτη σκέψη μου είτανε να φύγω, άμα τέλος υποψιάστηκα και γω πως ο
άγνωστος με τα γενάκια, που φιλιότανε με το Βελαδράπα, δεν είταν άλλος
παρά ο ξάδερφος μου ο Νίκος. Μα εκείνος, σα να μην είχε τρέξει τίποτες
αναμεταξύ μας, μου άπλωσε το χέρι κ' έπειτα στάθηκε ξεσκούφωτος και
τεντωμένος μπροστά στη Θάλεια.

«Ο κ. Κλήμης Μαινάλκας — Νίκος Γκάβρας — , η αδερφή μου», σύστησε ο
Βελαδράπας.

Ο Νίκος έσκυψε το κορμί βαθιά κ' έβαλε το καπέλο του.

Η Θάλεια κοκκίνησε λίγο βλέποντας κάποιους γύρω να κοιτάζουνε λίγο
περίεργα.

«Πότε ήρθες; από πού;» ρώτησε ο Βελαδράπας ενώ κινήσαμε να περπατούμε
προς τα όξω.

«Χτες το βράδι, από το Μόναχο», είπε ο Νίκος, τονίζοντας την τελευταία
λέξη.

«Θα μας φέρνης εντύπωσες, υλικό, έργα. Τι έχεις έτοιμα;» ξαναείπε ο
Βελαδράπας.

«Είναι κι ο κ. Κλήμης ποιητής;» ρώτησε η Θάλεια κοίταζοντας το Νίκο
περίεργα πάντα και λιγάκι φοβισμένα.

«Με συμπαθάτε, δεν άκουσα», είπε κείνος κ' ήρθε και μπήκε ανάμεσα από
μένα και τη Θάλεια.

«Ρώτησα — γράφετε και σεις;» ξαναείπε αυτή.

«Έγραφα άλλοτε», είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε ξαφνισμένος. Κάτι έκαμε να πη, μα τον έκοψε η
αδερφή του ρωτώντας πάλι το Νίκο:

«Σπουδάζατε στο Μόναχο;»

«Γλεντούσα», αποκρίθηκε κείνος.

»Είναι ωραία πόλις το Μόναχο. Μια φίλη μου είτανε πέρσι εκεί».

«Έρχουνται και χαζεύουν πολλοί έλληνες», είπε ο Νίκος.

«Είναι κι ο τάφος του Όθωνος, μου έλεγε η φίλη μου».

«Μου φαίνεται· άκουσα, νομίζω, κάτι τέτοιο».

«Ε, πού τραβάτε;» φώναξε ο Βελαδράπας, σαν είδε πως δε στρίψαμε κατά
το Ζάππειο, που μας τραβούσε αυτός.

«Να κάμουμε το γύρο, να δούμε λίγη φύση», είπε η Θάλεια.

«Σήμερα μούγινες ρομαντική, που είναι ο τόπος γεμάτος μπλέμπα. Σύρτε
σεις, εγώ δεν έρχουμαι. Θα πάω στο Ζάππειο», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια στάθηκε και με κοίταξε: «Ας διαλέξη τότε ο κ. Κλήμης, σα
μουσαφίρης που είναι», είπε: «Τι προτιμάτε το γύρο ή το Ζάππειο;»
ρώτησε το Νίκο.

«Μου είν' αδιάφορο· έρχουμαι όπου πάτε», είπε κείνος και την κοίταξε.

Μα ο Βελαδράπας την τράβηξε από το χέρι κ' έτσι ακολουθήσαμε και μεις.

«Τι απαίσιος κόσμος», μουρμούρισε ο Νίκος σαν προχωρήσαμε στον κήπο.

Η Θάλεια τον κοίταξε: «Είναι καλήτερος στο Μόναχο;» ρώτησε σαν
πειραγμένη.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Δεν το πιστεύω νάναι κομψότερος εκεί ο κόσμος», ξαναείπε η Θάλεια.

«Από δω — »

«Από τας Αθήνας; Μα αι Αθήναι φημίζονται, κύριε Κλήμη. Αι Αθηναίαι
φημίζονται παντού για το ντύσιμό τους. Το λένε κ' οι ίδιοι οι ξένοι
που έρχονται. Η φίλη μου μού έλεγε πως δεν είδε ούτε μια γερμανίδα που
να ξέρη να ντυθή».

«Αντιλήψεις διαφορετικές, δεσποινίς Θυμάρη», είπε ο Νίκος
χαμογελώντας.

Ή Θάλεια κοκκίνησε: «Με συμπαθάτε, δε λέγομαι Θυμάρη, κ. Κλήμη».

«Ούτε και γω Κλήμης», είπε ο Νίκος.

«Κλήμης Μαινάλκας», διόρθωσε ο Βελαδράπας.

«Νίκος Γκάβρας», είπε ο Νίκος.

«Άντε να χαθής· εσύ μας ανακατεύεις, Βελαδράπα, με τα διπλά σου
ονόματα», γύρισε η Θάλεια στον αδερφό της.

«Όπως ακούω τριπλά», πρόστεσε ο Νίκος.

Γελάσαμε όλοι. Το παρατσούκλι του φίλου μου εγώ το πρόδωσα μια μέρα
της αδερφής του από παραδρομή. Της άρεσε κ' έτσι τον έλεγε πάντα από
τότε.

«Έδωσες εξέτασες;» με ρώτησε ο Νίκος.

«Διδάχτορας, ομότιμός σου», με πρόλαβε κι απάντησε ο Βελαδράπας.

Δεν τονέ διόρθωσα, καθώς δεν τονέ διόρθωσα και τότε που με σύστησε στο
σπίτι του μ' αυτόν τον τίτλο. Δε μ' είχε προδώσει πως είμουνα προλύτης
ούτε στην αδερφή του. Όσο κι αν ζούσε στα υπερπέραν για τον εαυτό του,
όταν είτανε για τους άλλους δεν ξεχνούσε ποτέ τη σημασία της
πραγματικότητος.

Αφού κάμαμε ένα δυο σουλάτσα στην πλατεία, ο Βελαδράπας είπε πως
κουράστηκε και καθήσαμε. Ο Νίκος έβγαλε κι άναψε μια μικρή πίπα.

«Πες μας λοιπόν πώς πέρασες στο Μόναχο;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θαυμάσια», αποκρίθηκε.

«Είχατε καιρό εκεί;» ρώτησε η Θάλεια.

«Αρκετό», είπε ο Νίκος.

«Και γλεντούσατε όλον τον καιρό;»

«Τι θέλατε να κάνω;»

«Όλο μπίρα πίνουνε στο Μόναχο, μου έλεγε η φίλη μου. Πίνατε και σεις
πολλή;»

«Προτιμούσα το κρασί», είπε ο Νίκος.

Θυμήθηκα τα κρασιά του Ζαμπακίδη και λίγο να τονέ ρωτήσω πώς πήγε το
εμπόριο μ' αυτά. Μα η Θάλεια δεν άφησε:

«Με τι το πίνατε;» ξαναείπε: «Η γερμανική κουζίνα είναι ελεεινή. Η
φίλη μου δεν μπόρεσε να φάη ούτε μια φορά της προκοπής δυο μήνες που
έμεινε στη Γερμανία. Οι Γερμανοί είναι, λέει, χοντράνθρωποι, δεν
έχουνε πολιτισμό».

Ο Νίκος γέλασε. Η Θάλεια μου έρριξε μια ματιά, μα δεν είτανε για το
Νίκο. Ήθελε να με κάμη να προσέξω στην πλατεία που σεργιανούσε ο
κόσμος. Ο αδερφός της φαινότανε πως είτανε τις τελευταίες μέρες
ερωτεμένος με κάποια, που δεν μπορούσαμε να την ανακαλύψουμε. Εκείνη
τη στιγμή είχε πέσει η υποψία της Θάλειας κάπου και γι' αυτό μου
ένεψε.

«Σε τσακώσαμε», φώναξα του Βελαδράπα που είχε ξεχαστή και φαινόταν πως
δεν άκουγε τι λέγαμε.

Κοκκίνησε. Γελάσαμε όλοι.

«Ο ίδιος ο αιώνιος μένεις, καημένε», του είπε ο Νίκος που κατάλαβε.

«Θα μας πης λοιπόν, τι έγραψες;» ρώτησε ο Βελαδράπας για ναλλάξη την
κουβέντα: «Τι γίνεται το δράμα σου;»

«Τόσκισα», απάντησε ο Νίκος.

«Γιατί;»

«Γιατί δεν άξιζε».

«Άσε ταστεία».

«Καλά θα κάμης να τα σκίσης όλα όσα έγραψες και συ».

«Μπράβο! Πήτε του τα και σεις, κ. Γκάβρα!» φώναξε η Θάλεια: «Βλέπεις»,
γύρισε στον αδερφό της, «δεν είμαστε μεις μονάχα που σου το λέμε πως
χάνεις τον καιρό σου. Θάσουνα τώρα δικηγόρος».

«Άσε, καημένη, τα σαχλά. Φτάνει να τα λέη ο μπαμπάς», της είπε με θυμό
ο Βελαδράπας.

«Βλέπεις, τα λέει κι ο φίλος σου. Δεν έχω δίκιο, κ. Γκάβρα; Δε θάκανε
καλήτερα να διάβαζε να πάρη το χαρτί του;» ξαναείπε η Θάλεια.

«Ποιο χαρτί;» ρώτησε ο Νίκος.

«Το δίπλωμα».

Ο Νίκος γέλασε.

«Γιατί γελάτε;»

«Κάθε ρωμιός χρωστά να πάρη δίπλωμα».

«Εσείς άκουσα το πήρατε».

«Σας το χαρίζω».

«Ευχαριστώ· έχω το δικό μου». Η Θάλεια χαμογέλασε.

«Και τι σας χρησιμεύει;» χαμογέλασε κι ο Νίκος.

«Δε μιλώ για τις αστείες αθηνέικες ομίχλες· μιλώ για τις ομίχλες του
βαθιού μοτίβου», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια με κοίταξε. Ο Βελαδράπας άνοιξε το στόμα.

«Για τις ομίχλες των Αλπολάγκαδων, των ψηλών κορφών, της
Βοριοθάλασσας. Αυτές θέλουνε δυνατές ψυχές να τις βαστάξουν»,
ξακολούθησε ο Νίκος.

«Πήγες και στη Βοριοθάλασσα; Είναι όμορφη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Μουσική ομορφιά. Εκεί η φύση δεν κάνει πλαστική επίδειξη, καθώς εδώ.
Δεν είναι σα σκιαγραφία. Δε σε υπνωτίζει, σε μεταρσιώνει».

Η Θάλεια γέλασε: «Μιλείτε με προκατάληψη για την ελληνική φύση. Το
παθαίνουν πολλοί που πηγαίνουνε στην Ευρώπη. Ξιπάζουνται».

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Σωπάτε, κ. Γκάβρα», ξακολούθησε η Θάλεια, «θα μου πήτε μένα για το
κλίμα της Αττικής, γι' αυτόν τον ορίζοντα που τονέ θαυμάζουν όλοι οι
ξένοι; Δε ντρεπόσαστε να λέτε πως ζουν αλλού καλήτερα από δω;»

«Με παρανοήσατε. Δε σας είπα πως αλλού ζούνε καλήτερα· σας είπα πως
εμείς εδώ δε ζούμε», τόνισε τα τελευταία λόγια ο Νίκος.

«Καλά, τότε να πεθάνουμε όλοι. Αυτό θα θέλετε;»

«Όχι αυτό, μα να το νοιώσουμε πως δε ζούμε και τότε θαρχίσουμε να
ζούμε. Άμα δηλαδή το καταλάβουμε πως η ζωή αυτή δεν είναι αληθινή ζωή,
αλλά νεκροφάνεια».

«Και ποια είναι αληθινή ζωή; Στις ομίχλες;» γέλασε η Θάλεια.

«Αυτό δε λέγεται με λόγια· το αισθάνεται κανένας», της απάντησε ο
Βαλαδράπας.

Η αδερφή του τού έδωσε μια φάπα ανάλαφρη. Γέλασε κι ο Νίκος.

«Τι μου χρησιμεύει; Πώς, δε χρησιμεύουν τα διπλώματα;»

«Αλλού ναι, στην Ελλάδα όχι».

«Γιατί,;»

«Αν είχατε βγει πέρα από το Μπρίντεζι, δε θα ρωτούσατε».

Η Θάλεια κοκκίνησε: «Δε σας καταλαβαίνω, κ. Γκάβρα», μουρμούρισε.

»Για να με καταλάβη κανένας, δεσποινίς μου, πρέπει να ζη».

«Και γω δε ζω;»

«Όχι μόνο εσείς, μα κανείς δε ζει σ' αυτόν τον τόπο».

Δεν τέντωσε τα μάτια μονάχα η Θάλεια, μα κι ο Βελαδράπας έμεινε με το
στόμα ανοιχτό.

«Και στους άλλους τόπους ζούνε καλήτερα από δω; Έχουνε πουθενά αυτόν
τον ουρανό, αυτή τη θάλασσα;» Η Θάλεια έδειξε με το χέρι της κατά το
Φάληρο.

Ο Νίκος χαμογέλασε.

«Και γω δεν το πιστεύω νάχη η φύση πουθενά αλλού τέτοιες γραμμές, τόση
μεγαλοπρέπεια», είπε κι ο Βελαδράπας τεντώνοντας το χέρι πλατιά και
φέρνοντας το μάτι γύρω με κίνημα του κεφαλιού.

«Δε λέω πως λείπει κάποια τραγικότητα από το τοπείο αυτό», είπε ο
Νίκος, «μα έπρεπε νάχης δει τις Άλπεις, τις κορφές (είπε κάποια
ονόματα γερμανικά), τους βράχους, τα δάση, τακρολίμνια, τις ομίχλες —
»

«Ουφ! Αφήστε με καλέ και σεις με τις ομίχλες σας», φώναξε η Θάλεια —
«θα παραβάλω αυτό το φως με τις ομίχλες; Πλήττω που τις ακούω».

Ο Νίκος την κοίταξε χαμογελιόντας: «Έπρεπε να τις δήτε πρώτα».

«Τι να τις δω; Σαν και δεν είδαμε ποτέ μας καταχνιά, κ. Γκάβρα; Για τι
μας παίρνετε; Έπεσε πέρσι το χειμώνα μια, που αν κρατούσε καμιά ώρα
ακόμα, θα πήγαινε σκαστή όλη η Αθήνα».

«Για τον Πάλα, αλήθεια, δε ρώτησα. Τι γίνεται; τον είδες», ρώτησε σε
λίγο ο Βελαδράπας.

«Πέρασε από το Μόναχο για λίγες μέρες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.

«Και πού πήγαινε;»

«Στη Γαλλία».

«Στη Γαλλία!» είπε ξαφνισμένα ο Βελαδράπας.

«Έμπλεξε με κάποιους ρούσσους κ' έγινε δημοκράτης».

«Στον εικοστόν αιώνα δημοκράτης!» ξαφνίστηκε πάλι ο Βελαδράπας.

«Και γω δημοκράτις είμαι», είπε η Θάλεια, «δεν τη χωνεύω την
αριστοκρατία. Όλες σημέρα σου κάνουν τον αριστοκράτη. Βλέπεις
μπακαλοπούλες και σου ξεφυτρώνουνε μεμιάς με τα φασαμαίν στο χέρι. Δεν
ξέρετε πως τις σιχαίνουμαι. Νάναι καμιά από οικογένεια, υποφέρεται.
Έχει δικαίωμα να το κάνη».

«Δε σου είπε ο Πάλας, δεν ξανάγραψε τίποτες;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος κούνησε τους ώμους.

«Και συ το λες αλήθεια πως δεν ξαναγράφεις;»

«Τι; ψέματα;»

«Αδικείς την τέχνη. Τα γράμματα, που είχες στείλει στην αρχή,
αναστατώσανε τα πνεύματα. Κ' η σκηνή, που δημοσίεψες από το δράμα σου,
είταν αριστούργημα. Μας έβαλες όλους κάτω. Το αναγνώρισε κι ο
Αβραμίκος κι ας τον είχες χτυπήσει. Είπε πως φαντάζεται το δράμα σου
σα νέο είδος τέχνης, μεταμουσικό να το πούμε».

«Ποιος είναι ο Αβραμίκος;» ρώτησε η Θάλεια.

«Ο καλήτερος κριτικός μας», είπε ο Βελαδράπας.

«Ο μωρότερος», τον έκοψε ο Νίκος· «σκολαστικός, δε νοιώθει τίποτες.
Κανένας σας δε νοιώθει γρι από τέχνη».

Η Θάλεια όμως βαρέθηκε τις κουβέντες για την τέχνη και σηκώθηκε.

Σηκωθήκαμε όλοι μας και σουλατσάραμε όσο που πήρε και βράδιασε. Άμα
γυρίσαμε στην πόλη, συνοδέψαμε τη Θάλεια ως την πόρτα της.

«Ελπίζω να σας ξαναδούμε», είπε δίνοντας το χέρι της πρώτα στο Νίκο.

Εκείνος στάθηκε προσοχή, σκύβοντας το κορμί και κρατώντας το καπέλο
του στο χέρι: «Αν σας κάνη ευχαρίστηση», είπε.

Η Θάλεια μπήκε μέσα και σαν είδα πως έμεινε ο Βελαδράπας μαζί μας,
σκέφτηκα ναφήσω μονάχους τους δύο ποιητές. Δεν είχα καμιά όρεξη να
μπλέξω πάλι με το Νίκο και το κάλεσμα, που του έκαμε η Θάλεια, δε μου
άρεσε πολύ. «Όχι», στοχαζόμουνα, «ο Νίκος πρέπει να μείνη μακριά». Μα
εκεί που γύρευα να βρω μια πρόφαση να τονέ χωριστώ κιόλα, εκείνος
άδραξε άξαφνα το μπράτσο μου:

«Πού κάθεσαι;» με ρώτησε.

«Εκεί που καθόμουνα», είπα ξερά.

«Μπράβο· μου φαίνεται, έχεις έναν καναπέ».

«Μα σκεπάσματα δεν έχω».

«Μας δίνει η σπιτονοικοκυρά σου. Τώρα πάμε πουθενά να φάμε. Βελαδράπα,
θα μείνης βέβαια μαζί μας».

«Α μου συμπαθάς, να σου κάμω κιόλας το τραπέζι», είπε κείνος.

«Σε καμιά μπίρα να πάμε· δεν τρώω ποτέ ζεστό φαγί το βράδι», είπε ο
Νίκος.

«Εγώ έχω να σμίξω κάποιον», είπα, άμα φτάσαμε στην μπίρα που θα
μπαίνανε.

«Και πού θα μ' εύρης έπειτα;» με ρώτησε ο Νίκος: «Δεν περνάς να με
πάρης από δω;»

Κούνησα το κεφάλι κ' έφυγα με την ιδέα να μην ξαναγυρίσω. Πήγα στο
ξενοδοχείο να φάω και γω κι από κει στον καφενέ για να βρω καμιά
συντροφιά. Δε βρήκα κανέναν κι αποφάσισα τα πάω σπίτι μου να κοιμηθώ.
Μα πάλι συλλογίστηκα πως ο Νίκος το ήξερε το σπίτι και θαρχότανε κει.
Και να μην το ήξερε, θα τον έφερνε ο Βελαδράπας. Είδα πια πως έμπλεξα
γι αυτό το βράδι, βαρέθηκα να μένω μόνος και γύρισα θέλοντας και μη
στην μπίρα.



3



Τους βρήκα καθισμένους δίπλα δίπλα και μιλούσανε.

«Έλα κάθησε και συ νακούσης», μου είπε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος μόλις πρόσεξε που κάθησα αντίκρυ του και ξακολούθησε την
κουβέντα του. Μιλούσε για το Βερολίνο κ' έλεγε πως δεν του άρεσε. Το
βρήκε αμερικάνικο πολύ κι ο αμερικανισμός, είπε, φοβάται πως θα φάη τη
Γερμανία.

«Ο σοσιαλισμός θέλεις να πης;» τονέ ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Και τα δυο. Η Γερμανία πρέπει να κλειστή στο γοτθικό της πνεύμα».

«Το γοτθικό είναι το μεγάλο βέβαια. Δεν τόνοιωσε ο Γκαίτε πρώτος;»
ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Ο Λούθηρος. Λούθηρος — Μπίσμαρκ, αυτοί είναι οι δυο πόλοι», απάντησε
ο Νίκος και ξακολούθησε να μιλή για το Μόναχο τώρα: «Είναι η μόνη πόλη
του κόσμου, είπε, που μπορεί να ζήση ένας νους μορφωμένος αισθητικά».

«Ναι, αυτό το είπε κι ο Ίψεν», είπε ο Βελαδράπας.

«Άλλο είπε ο Ίψεν αυτός δεν ένοιωσε καλά τη ζωή, τη σύγχυζε».

«Είταν όμως αριστοκράτης», ξαναείπε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτό το παρανόησε· δεν κατάλαβε διόλου το Γκαίτε».

«Στο Μόναχο τον καταλάβανε το Γκαίτε;»

«Γκαίτε και Μπετόβεν, αυτό είναι το Μόναχο. Ο Φάουστ κ' η ένατη
συμφωνία χυμένα στον αέρα. Μεταρσιώνεσαι παντού. Νοιώθεις βαθιά σου το
μεσαίωνα. Σε όποιον καφενέ κι αν μπης, θυμάσαι το καπελιό του
Άουερμπαχ, σε κάθε γωνιά δρόμου έχεις κ' ένα Γκρέτχεν μπροστά σου.
Πολλές φορές, βλέποντας τους φοιτητές να γλεντούνε, θαρρούσα κ' είτανε
μαζί τους ο Μεφίστος».

«Μονομαχούν οι φοιτητές, ε;»

«Όλοι είναι πετσοκομμένοι. Ο γερμανός, που δεν έχει σπαθιές στο
πρόσωπο, δε θεωρείται άνθρωπος».

«Αυτό μου φαίνεται λίγο αντιαισθητικό», είπε ο Βελαδράπας.

Ο Νίκος γέλασε.

«Μα τα κορίτσια πώς τους θέλουν έτσι;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Οι γερμανίδες δεν είναι ρωμιές», είπε ο Νίκος κι ο Βελαδράπας έμεινε
σκεφτικός.

«Είναι όμορφες οι γερμανίδες;» ξαναρώτησε έπειτα από λίγο.

«Έχεις δει την Αμαρτία του Στουκ;» του είπε ο Νίκος.

Ο Βελαδράπας κούνησε το κεφάλι.

«Ε, τέτοιες είναι».

«Είναι χειραφετημένες αλήθεια;»

«Γυναίκες είναι. Τι μεγαλήτερη χειραφεσία θέλει η γερμανίδα, όταν
μπορή και βγαίνη ελεύτερα στο δρόμο με το νόθο της παιδί, δίχως να
ντρέπεται κανένανε; Σου θυμίζει το ποίημα του Γκαίτε». Είπε γερμανικά
κάποιους στίχους και τους ξήγησε, αφού το γύρεψε ο Βελαδράπας: «Μη με
ρωτάτε από ποιόνε τόχω το παιδί στην κοιλιά». Κάτι τέτοιο απάνω κάτω.

Ο Βελαδράπας τέντωσε το αυτί του κι ο Νίκος ξακολούθησε: «Η γερμανίδα
είναι έρωτας και μουσική. Ο άντρας της τα δίνει και τα δυο. Τι άλλο
θέλει;»

«Η γυναίκα λοιπόν, καθώς τη θέλει ο Νίτσε», είπε ο Βελαδράπας.

«Για σώπα — σαν και παίζουν. — Α, όχι. Μου φάνηκε πως άκουσα κάποιο
μοτίβο από το Σίγφριδ», είπε ο Νίκος, αφού πρόσεξε στο κομάτι, που
είχε αρχίσει ένα βιολί κ' ένα πιάνο που παίζανε στην μπίρα.

«Άκουσες Βάγνερ στο Μόναχο;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Σαν κι άκουσα τίποτες άλλο;»

«Μα ο Νίτσε τον καταδικάζει».

«Άδικα. Έχω ψυχολογήσει την αιτία και θα τη γράψω σε μελέτη».

«Ώστε έτσι τόλεγες πως δε θα ξαναγράψης;» ρώτησε γελούμενα ο
Βελαδράπας.

«Ελληνικά είπα δε θα ξαναγράψω».

Ο Βελαδράπας κάτι θέλησε να ξαναπή, μα τον έκοψε ένας που ήρθε στο
τραπέζι κ' έδωσε το χέρι του Νίκου.

«Μαινάλκα, τρόμαξα να σε γνωρίσω», του είπε.

Δε θα τονέ γνώριζα και γω πως είταν ο Θέμης Φλοίσβος, α δεν άκουγα να
πη τόνομά του ο Βελαδράπας, που τον προσκάλεσε να καθήση, ξεχνώντας το
περσινό ξυλοκόπημά τους. Είχε αφήσει και κείνος τα μουστάκια κ' έκοψε
κιόλα τα μακριά μαλλιά. Τα ρούχα του είταν καθαρώτερα και στο λαιμό
του κάτω από το ψηλό φωκόλο κυμάτιζε πλατειά γραβάτα δεμένη φιόγκο. Η
μεταμόρφωση μου ξηγήθηκε σε λίγο σαν άκουσα πως αναγκάστηκε να γίνη
δημοσιογράφος για να ζήση.

«Και δε γράφεις πια δράματα;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.

«Πώς δε γράφω; Έδωσα ένα στο Αθηναίο και θα το παίζανε το καλοκαίρι,
μα φοβηθήκανε γιατί είτανε πολύ επαναστατικό. Δεν μπορούσε να το
νοιώση ο κόσμος κ' έτσι δεν αποφασίσανε να κάμουνε τα σκηνικά».

Αφού μιλήσανε κάμποση ώρα για το θέατρο και για το δράμα, ο Φλοίσβος
ρώτησε το Νίκο πώς πέρασε στη Γερμανία κ' έτσι η κουβέντα ήρθε πάλι
στο Μόναχο. Ο Νίκος διηγήθηκε τα ίδια πράματα κι άλλα καινούργια.
Θέατρο, μουσική, στρατός, γυναίκες και το γοτθικό.

«Και καλλιτέχνες, ποιητές σύχρονους δε γνώρισες;» τονέ ρώτησε ο Θέμης
Φλοίσβος, που άκουγε με προσοχή όλη την ώρα.

«Ένα δυο που αξίζουνε, τους γνώρισα», είπε ο Νίκος και διηγήθηκε πως
μ' έναν από δαύτους έγινε φίλος και διασκέδασε πολύ μαζί του. Μας
περίγραψε τα γλέντια τους σ' ένα καλλιτεχνικό κέντρο, είδος βακχικής
κατακόμβης. Εκεί μέσα, είπε, αιστάνθηκε τα ελευσινιακά μυστήρια και το
διονυσιακό μοτίβο και γνώρισε τη χτηνωδία της γυναίκας.

«Κ' ύστερα απ' αυτή τη ζωή να ξαναρθής εδώ σ' αυτή τη μούχλα! Πώς σου
φαίνεται αλήθεια;» τονέ ρώτησε ο Φλοίσβος.

«Τη βροχή νοστάλγησα περσότερο απ' όλα», είπε ο Νίκος και σώπασε.

«Σου πήρα τέλεια συνέντευξη. Αύριο θα δης θα κάμη κρότο», είπε σε λίγο
ο Φλοίσβος τρίβοντας τα χέρια του.

«Μην κάμης τίποτα αηδίες», είπε αδιάφορα ο Νίκος.

Ο Φλοίσβος γέλασε: «Πάω, φεύγω τώρα», είπε και σηκώθηκε.

«Κάτσε λίγο, θα φύγουμε όλοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Πάω να γράψω, δεν μπορώ».

«Πού γράφεις;» τονέ ρώτησε ο Νίκος.

«Στο Μηνύτορα».

Ο Φλοίσβος έφυγε. Κοντεύανε μεσάνυχτα κι ο Βελαδράπας άρχισε να
χασμουριέται.

«Ε, το χαλούμε τώρα;» είπε και φώναξε και πλήρωσε.

Σηκωθήκαμε. Ο Νίκος θυμήθηκε το άσθμα του και γύρεψε να πάμε σπίτι με
το αμάξι.

«Αν το πληρώνης», του είπα.

Μα ο Βελαδράπας φώναξε έναν αμαξά. Μπήκε κι ο ίδιος στο αμάξι,
περάσαμε και πήραμε τη βαλίτσα του Νίκου από ένα καπνοπωλείο, όπου την
είχε αφήσει, κι αποκεί τραβήξαμε στην κάμαρά μου. Ο Βελαδράπας βοήθησε
το Νίκο νανεβάση τη βαλίτσα του στη σκάλα, μας καλονύχτισε και τράβηξε
να πάη πεζός στο σπίτι του.

«Πέρασε η ώρα, πρέπει να τρέξω», του είπα, σα φτάσαμε στην Ομόνοια κ'
είδα πως ο κόσμος στεκόταν και τον κοίταζε·

Χωριστήκαμε.

Το απόγεμα δεν ήρθε ο Βελαδράπας να με πάρη από το γραφείο μου, όπως
το συνήθιζε. Κατάλαβα πως θάτανε με το Νίκο και δε με χρειαζότανε. Το
βράδι ήρθε ο Νίκος πολύ αργά να κοιμηθή. Είμουνα στο κρεββάτι κ' έκαμα
πως δεν τον ένοιωσα.

Το πρωί, σαν ξύπνησα κ' ετοιμάστηκα να φύγω, μου φάνηκε πως έκαμε κι
αυτός το ίδιο. Το άλλο βράδι δεν ήρθε ολότελα να κοιμηθή. Πέρασαν έτσι
τρεις τέσσερες μέρες. Φαίνεται πως δεν είχε κι αυτός την όρεξή μου.
Είμουνα ευχαριστημένος και θα του χάριζα και το Βελαδράπα ακόμα, που
δεν τον ξαναείδα, α δεν πιθυμούσα τη Θάλεια κι α δεν έβλεπα κιόλας πως
το βράδι είχε καλή παράσταση στο θέατρο που έπαιζε ο Βελαδράπας. Το
δειλινό λοιπόν αποφάσισα και τράβηξα ίσια από το γραφείο μου στο σπίτι
του. Κατέβηκε η υπηρέτρια και μου είπε πως είχε φύγει από ώρα.

«Μόνος του;» ρώτησα.

«Όχι· με την κυρία Θάλεια και μ' ένα φίλο του που ήρθε τώρα».

Ο δρόμος θόλωσε μπροστά μου. Δίχως να το νοιώσω τράβηξα στο Ζάππειο.
Σα βρήκα την πλατεία αδειανή, τότε στοχάστηκα πως φυσούσε βοριάς και
δεν είχε λόγο νάβγη εκεί ο Βελαδράπας. Γύρισα κ' έψαξα στα
ζαχαροπλαστεία, που ήξερα πως άρεσε της Θάλειας να πηγαίνη. Σ' ένα από
αυτά είδα τον ποιητή Βιδούρη καθισμένο σ' έναν κύκλο ντιστεγκέδων.
Είχε αφήσει το μουστάκι του κι αυτός. Μου έρριξε μια ματιά, σα να με
γνώρισε και να περίμενε να τονέ χαιρετίσω. Δεν ξέρω τι μου ήρθε και
δεν του έβγαλα αμέσως το καπέλο. Έπειτα στοχάστηκα πως μπορούσα να
ρωτήσω αυτόνε μην τους είδε. Μα είτανε πια αργά κ' έφυγα φουρκισμένος
με τη χωριατιά μου.

Το άλλο το πρωί μόλις ξυπνήσαμε, ο Νίκος βγήκε στο παράθυρο και
πρόσμεινε όσο που περάσανε οι εφημερίδες. Πήρε το Μηνήτορα και τον
ξεδίπλωσε βιαστικά. Τα μάτια του σταματήσανε στην πρώτη σελίδα και
διάβασε λίγα λεπτά της ώρας κάνοντας δυο τρεις φορές το συνηθισμένο
του σπασμό του σαγονιού, που δεν τον είδα να τον κάμη την περασμένη
μέρα και νόμισα πως τονέ λησμόνησε.

«Να, δες ο Θέμης Φλοίσβος κάνει την επίδειξή του», μου είπε τέλος
δίδοντάς μου την εφημερίδα.

Την πήρα και διάβασα γραμμένα σε χρονογράφημα όσα μας είχε διηγηθή ο
Νίκος στην μπίρα. Ο Θέμης Φλοίσβος τα ιστορούσε με την υπογραφή του,
σα να τα είχε δει με τα μάτια του κι αφίνοντας να νοηθή πως τα είχε
ζήσει ο ίδιος. Προσκαλούσε το ρωμαίικο ναφήση το ρουσφέτι και τις
εκλογές, που είχαμε κείνες τις μέρες, και να ζήση μια ζωή με ποίηση,
με μουσική, με στρατό, με μεταρσίωση και με μεθήσι. Δεν είχε ξεχάσει
να τα βάλη και με τον ουρανό της Αττικής που δε βρέχει συχνά, καθώς
στη Βορειοθάλασσα.

Ο Νίκος ντύθηκε στο μεταξύ που διάβαζα. Είχε φορέσει την ίδια ντυμασιά
που φορούσε και την περασμένη μέρα.

«Τι διάβολο και σημέρα θα βγης όξω σαν ταξιδιώτης;» του είπα και πήρα
το καπέλο μου να φύγω, γιατί βιαζόμουνα να πάω στο γραφείο μου.

«Έτσι βγαίνουμε στο Μόναχο. Αλλά Ρούμπενς», μου αποκρίθηκε φορώντας το
χνουδωτό γυαλιστερό καβούκι με το στενόν κόθρο.

Έκαμα να βγω.

«Στάσου· θάρθω και γω», μου είπε κ' έρριξε απάνω του μια μακριά
πρασινωπή πελερίνα.

Βγήκαμε στο δρόμο.

Μου είταν αδύνατο να υποφέρω την ιδέα πως ο Νίκος είναι κοντά στη
Θάλεια. Ήθελα να λογικευτώ, έφερνα στο νου μου τη φρονιμάδα της
Θάλειας, θυμόμουνα τις περιγελαστικές ματιές που του έρριχνε την ημέρα
που τον πρωτοείδε, το ξάφνισμά της από τα λόγια του, την περιφρόνηση
που ήξερα πως είχε σε όλη τη φάρα των ακαμάτιδων ποιητάδων, τα
στοχαζόμουνα όλα αυτά και ησύχαζα για μια στιγμή. Μα πάλι η ιδέα πως ο
Νίκος είναι κοντά της μου ξανακεντούσε την καρδιά. Δεν έβλεπα την ώρα
που θάρχιζε το θέατρο. Φανταζόμουνα πως δεν είτανε δυνατό να λείψη
εκείνη τη βραδιά η Θάλεια. Μια στιγμή αποφάσισα να ξαναπάω σπίτι της
να ρωτήσω για το Βελαδράπα, βρίσκοντας αφορμή να του γυρέψω εισιτήριο.
Μα η σκέψη, πως με ξέχασε τώρα που ήρθε ο Νίκος, με κράτησε. Μισή ώρα
πριν αρχίση το θέατρο πήγα κ' έπιασα μια σκοτεινή γωνιά στο δρόμο που
θα περνούσε ο Βελαδράπας. Είχα σκοπό αν περάση μόνος με το Νίκο να μην
τους μιλήσω μα αν είτανε κ' η Θάλεια μαζί, τότε να πάω μαζί τους.

Δεν περάσανε πολλές στιγμές και νάτοι, ερχόντανε κ' οι τρεις. Μα αντίς
να τραβήξω ίσια σ' αυτούς, έστριψα στον άλλο δρόμο και τράβηξα σπίτι
μου. Κάθησα στα σκοτεινά και μου ερχότανε να κλάψω. Μα η ιδέα αυτή μ'
έκαμε γελοίο στον εαυτό μου και πετάχτηκα. Άναψα το φως, συγυρίστηκα
λίγο και τράβηξα ίσια στο θέατρο.

Η παράσταση είχε αρχίσει. Παίζαν ένα δράμα που ξεχνώ τον τίτλο του.
Είταν ερωτικό και γινότανε στο σπίτι ενός παπά. Έφτασα την ώρα που
ένας νέος φοιτητής φιλιότανε με την ξαδέρφη του. Ένας καλόγερος
καθισμένος παραπέρα τους κοίταζε λοξά, κάνοντας πως διάβαζε. Γύρισα κ'
έρριξα ματιές γύρω στα θεωρεία, όπου ήξερα πως ήθελε να πηγαίνη η
Θάλεια. Δεν μπόρεσα να τη δω και ξαναπρόσεξα στη σκηνή. Σαν τέλειωσε η
πρώτη πράξη, μπαίνοντας πάλι στην πλατεία, ξαγνάντισα σ' ένα από τα
πρώτα θεωρεία τη Θάλεια, που κοίταζε με τα γυαλιά κάπου αντίκρυ της.
Είταν αργά πια και κάθησα στη θέση μου. Δεν μπορούσα να τη βλέπω από
κει. Όταν ξανάκλεισε η σκηνή, σηκώθηκα και πήγα και στάθηκα αντίκρυ
στο θεωρείο. Είταν η Θάλεια μόνη με το Νίκο. Εκείνη κοίταζε πάλι με τα
γυαλιά κι ο Νίκος καθότανε δεξιά της ακκουμπησμένος στο χέρι του,
αδιάφορος κι αγέλαστος σαν πάντα και παίζοντας τα δάχτυλά του στα
μακριά του τα μαλλιά. Έδειχνε πως δεν πρόσεχε κανέναν τριγύρω του.
Τους έρριχνα κρυφές ματιές προσέχοντας να μη με δη η Θάλεια πως
κοιτάζω. Μα εκείνη είχε το νου της στάλλα θεωρεία. Μια στιγμή έσκυψε
κ' είπε κατιτίς του Νίκου, δίνοντάς του τα γυαλιά, μα αυτός ούτε
κουνήθηκε. Κάτι θα της είπε μόνο, φαίνεται, γιατί εκείνη γέλασε. Πήγα
πιο κοντά και στάθηκα στη μέση της πλατείας με την ελπίδα πως θα με
πάρη εκεί το μάτι της και θα με κράξη. Κόντευε όμως να περάση το
διάλειμμα κ' η Θάλεια δε γύριζε τα μάτια κάτω. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ
άλλο, ανέβηκα και χτύπησα στο θεωρείο.

Σα μπήκα μέσα ο Νίκος δεν ταράχτηκε από τη θέση του. Η Θάλεια μούδωσε
το χέρι:

«Τι γίνατε; Να μη σας δούμε τόσες μέρες;» είπε.

Απάντησα πως είχα πολλή δουλειά στο γραφείο μου.

«Βλέπετε πως είναι επιμελής ο ξάδερφός σας· δεν είναι σαν κ' εσάς»
γύρισε κ' είπε του Νίκου.

«Μοιάζετε», απάντησε εκείνος δίχως να κοιτάξη.

«Πώς σας φαίνεται το δράμα;» ρώτησα τη Θάλεια.

«Σαχλό. Βαρέθηκα. Σας αρέσει σάς;»

Απάντησα πως μου φάνηκε λίγο αιστηματικό, όμως με συγκίνησε.

«Προτιμώ τα γέλια από τις συγκίνησες. Τα δράματα με πλήττουν. Κι ο
ξάδερφός σας είναι σύμφωνος. — Ή όχι;» ρώτησε το Νίκο.

«Σε τι παρακαλώ;» απάντησε κείνος σα να μην πρόσεξε τι είπε η Θάλεια.

«Πως πλήττετε και σεις στα δράματα».

«Σ' αυτό το δράμα ναι», είπε ο Νίκος.

Η Θάλεια πήρε τα γυαλιά και κοίταξε αντικρυνά: «Τι αναίδεια! Τι φανερά
που τον κοιτά! Τρελλάθηκε μαζί του. Αυτό καταντά σκάνταλο», είπε
ξαναγυρίζοντας στο Νίκο.

«Δεν αφίνεις τον κοσμάκη να κοιτάζεται», μουρμούρισε κείνος.

Το «δεν αφίνεις» μ' έκαμε να παραξενευτώ. Μα ήξερα το Νίκο πως έπαιρνε
γλήγορα θάρρος.

Χτύπησε το κουδούνι στη σκηνή κ' έκαμα να φύγω.

«Πού πάτε;» ρώτησε η Θάλεια.

«Κάτω στη θέση μου».

«Εδώ έχει κάθισμα· ακούτε πιο καλά από δω».

Κάθησα ανάμεσα από αυτή κι από το Νίκο. Η παράσταση ξανάρχισε κι ο
Νίκος έκλεισε τα μάτια γέρνοντας το κεφάλι στο χέρι, σε τρόπο που να
φαίνεται καλήτερα από γύρω πως κοιμάται. Η Θάλεια ξαναπήρε τα γυαλιά
και κοίταξε αντικρυνά.

«Νάτος ξανακοιμήθηκε», είπε σε λίγο αφίνοντας τα γυαλιά κ' έσκυψε
αποπίσω μου και χτύπησε με τη βεντάλια της τον ώμο του Νίκου.

«Άσε με, παρακαλώ· νυστάζω», της είπε τούτος δυνατά·

«Στ! στ!» φώναξαν από την πλατεία. Κάποιοι γυρίσαν κιόλα και
κοιτάξανε.

«Δεν είν' εδώ ξενοδοχείο», του σφύριξε και πάλι η Θάλεια.

Ο Νίκος δεν κουνήθηκε. Η Θάλεια ξανακοίταξε στη σκηνή λίγες στιγμές κ'
έπειτα πήρε πάλι τα γυαλιά της.

Σε λίγο ο αδερφός της κόρης, που αγαπούσε τον ξάδερφό της, ένα
δυστυχισμένο ηλίθιο παιδί, μπήκε στη σκηνή και το θέατρο σείστησε από
τα γέλια. Η Θάλεια γύρισε κι αυτή προς τη σκηνή και γέλασε μαζί. Ο
Νίκος δεν ταράχτηκε.

«Δέστε τον, κάνει πως κοιμάται. Αφήστε τώρα τα καμώματα· δε σας
στέκουνε», του μουρμούρισε πάλι η Θάλεια σκύβοντας μπροστά μου κ'
έκαμε να τον ξαναχτυπήση με τη βεντάλια της.

Της έπιασα το χέρι.

«Σας ενοχλήσαμε; Άλλος από δω. Πολύ ρομαντικός γίνατε απόψε», μου είπε
και ξαναπήρε τα γυαλιά της και κοίταξε τριγύρω όσο που έκλεισε η σκηνή
κ' η παράσταση τέλειωσε.

Κάτω στην πόρτα βρήκαμε το Βελαδράπα.

«Ε, το πήρες λοιπόν το μπιλιέτο;» μου είπε μόλις με είδε.

«Ποιο μπιλιέτο;»

»Πώς ήρθες τότε;»

«Πλήρωσα κ' ήρθα».

«Δεν πέρασες από το σπίτι σου; Δε σου τόδωσε η σπιτονοικοκυρά σου;

«Όχι», του είπα.

«Και γω τους άφησα τουτουνούς στην μπίρα κ' ήρθα στο γραφείο σου. Δε
σε βρήκα κει κ' έτρεξα μην είσαι σπίτι σου».

«Μοναχούς στην μπίρα», είπα μέσα μου και μου ήρθε να του δώσω μια στο
μουσούδι.

Η Θάλεια στεκότανε και κοίταζε τον κόσμο που έβγαινε. Ο Νίκος είχε
φορέσει την πελερίνα του με σηκωμένο το γιακά και μουρμούριζε στίχους
μισοκλείνοντας τα μάτια. Είδα πως είχε βγάλει το φτερό από το καπέλο
του.

«Είχες δίκιο», του είπε ο Βελαδράπας, άμα βγήκαμε στο δρόμο, «απόψε δε
μου άρεσε διόλου το δράμα. Ανόρεχτα έπαιξα το μέρος μου».

«Τι μέρος, βρε; Υπερέτης είσουνα πάλι· τις βαλίτσες έφερες δίχως να
βγάλης λέξη», του φώναξε η Θάλεια σβησμένη στα γέλια.

«Ψεύτικο, κατώτερο έργο· δε μεταρσιώνει, δεν αφίνει τίποτε για το
περιθώριο», ξακολούθησε ο Βελαδράπας χωρίς να προσέξη την αδερφή του.

Ο Νίκος δεν απάντησε και τράβηξε μπροστά. Η Θάλεια και γω μείναμε
πίσω.

«Απόψε βλέπω είσαστε πολύ συγκινημένος», μου είπε.

«Και σεις πολύ φαιδρή· σας διασκεδάζει ο ξάδερφος μου»·

«Μη σας πειράζη;»

Δεν της απάντησα.

«Είστε γελοίος», μου ξαναείπε ύστερα από μικρή σιωπή.

Κι αλήθεια γελοίος φαινόμουνα στον εαυτό μου όλη την ώρα έπειτα, σαν
την αφήσαμε στην πόρτα της και γυρίσαμε με το Βελαδράπα και το Νίκο
στον καφενέ, όπου σμίξαμε το Θέμη Φλοίσβο.

Το άλλο απόγεμα έφυγα νωρίτερα από το γραφείο μου και τράβηξα στου
Βελαδράπα. Βρήκα τα δυο αδέρφια που μαλλώνανε. Ο Βελαδράπας ήθελε να
γράψη κ' η Θάλεια τονέ βίαζε να τη συνοδέψη όξω να δη τη διαδήλωση,
που θα γινότανε. Του είχε πάρει το χειρόγραφο και τόκρυψε.

«Γράφεις κι αύριο. Έλα τώρα, σήκω», τον τραβούσε.

«Λες πως βρίσκεται η όρεξη, όποτε σου καπνίση εσένα; Έπειτα το ξέρεις
πως σιχαίνουμαι την πολιτική και τα πλήθη», φώναξε ο Βελαδράπας.

Βοήθησα και γω και τονέ σηκώσαμε από το τραπέζι.

Η Θάλεια πήγε να βάλη το καπέλο της.

«Άι σιχτίρ, δεν είναι ζωή αυτή! Το φριχτότερο πράμα είναι να μη σε
νοιώθουνε στο σπίτι σου», μουρμούρισε ο Βελαδράπας βουρτσίζοντας τη
ζακέτα του και σιάζοντας τα μαλλιά μπρος στον καθρέφτη. Το μούσι, του
είχε απαιτήσει εκείνες τις μέρες ο θιασάρχης του και το ξούρισε.

Η Θάλεια ξαναήρθε κρατώντας στο χέρι ένα ψαλλίδι κ' ένα μάτσο άσπρο
και μπλε κορδόνι. Έκοψε ένα κομάτι και τόδεσε στο στήθος της.

«Έλα, στάσου να σου βάλω και το δικό σου», είπε ύστερα στον αδερφό
της.

«Κάνε μου τη χάρη, ξεφορτώσου με· δε φτάνει που μούκοψες τη διάθεση».

Η Θάλεια, σα να μην άκουσε, έκοψε ένα κομάτι και τονέ σίμωσε.

«Άμε στο διάολο, σου είπα· θα με κάμης και γελοίο τώρα», την έσπρωξε ο
Βελαδράπας.

«Καλά, μη θες να βάλης κ' έπειτα ξαναγύρεψε τάλληρο του μπαμπά», του
είπε κείνη σοβαρά.

Μουρμούρισε λίγο, μα την άφησε και του έδεσε το κορδόνι στην
κουμπότρυπα. Εγώ κι από οικογενειακή παράδοση και σα δημοκράτης που
είμουνα, συμπαθούσα το κορδόνι και δεν είχα λόγο να της φέρω
αντίσταση.

Βγήκαμε στην Ομόνοια. Η Θάλεια μετρούσε μ' ευχαρίστηση τα μαγαζιά και
τα σπίτια, που είχαν κρεμασμένα κορδονικά σημάδια, κι ο Βελαδράπας
ξέχασε την ανορεξία του κοιτάζοντας τις όμορφες στο δρόμο και στα
παράθυρα και σκουντώντας με όταν καμιά του άρεσε ξεχωριστά. Η
διαδήλωση πέρασε τέλος κ' η Θάλεια κουρασμένη πια γύρεψε να καθίσουμε.

«Πάμε στην μπίρα», είπε ο Βελαδράπας, «να βρούμε και τους άλλους».

«Ποιους άλλους;» ρώτησα.

«Το Νίκο και τη λοιπή παρέα».

«Με συμπαθάτε εμέ να σας αφήσω», είπα και στάθηκα.

«Ελάτε και δε θα χάσετε· να τους δήτε πώς είναι όλοι τους», μου είπε η
Θάλεια.

«Τους ξέρω».

«Την ποιήτρια και τον ποιήτριο δεν τους ξέρετε».

Θέλοντας και μη πήγα κοντά τους.

Σε μια σκοτεινή άκρη της μπίρας καθότανε ο ξάδερφός μου και τριγύρω
του οι ίδιοι νέοι που είχα δει στο εξοχικό καφενεδάκι. Έλειπε μόνο ο
Θέμης Φλοίσβος και παραπάνω είταν ένας άλλος μελαχρινός νέος και μια
κυρία.

«Νάτοι, εδώ είναι κ' οι δυο», μου είπε η Θάλεια σαν μπήκαμε στην πόρτα
και τους είδε.

Σηκωθήκανε και χαιρετήσατε τη Θάλεια κι ο Βελαδράπας με παρουσίασε
στους δυο άγνωστους·

«Ο κ. Ιππόλυτος Κλεαρέτης, η δεσποινίδα Ιππολύτα Κλεαρέτη».

Καθήσαμε. Η Θάλεια κ’ η τελευταία ρίξανε λοξές ματιές η μια στην άλλη.

«Λοιπόν, ταποφασίσαμε, Θυμάρη», είπε του Βελαδράπα ένας από τους
συγκαθούμενους, που είχα ακούσει πως έγραφε ποιήματα με το ψευδώνυμο
Ταγχόιζερ, «το Σφυρί, θάναι ο τίτλος».

«Σύμφωνοι», είπε ο Βελαδράπας.

«Ποια στήλη θα πάρης εσύ; Ποιόν κύκλο; Καθένας πρέπει να διαλέξη μια
περιοχή και κει να χτυπά. Εγώ πήρα το δράμα, ο Κλεαρέτης τη λυρική
ποίηση, η Κλεαρέτη τη μουσική και τη φιλοσοφία, ο Μαινάλκας τη
γερμανική ζωή».

«Αλλά γερμανικά θα σας τα στέλνω», αντίκοψε ο Νίκος.

«Είπαμε· τα μεταφράζει ο Κλεαρέτης· του τα στέλνουμε».

«Πού θάναι ο Κλεαρέτης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Θα γυρίζω στην Αίγυπτο για συντρομές», είπε ο ίδιος ο Κλεαρέτης.

«Κ’ η δεσποινίδα Κλεαρέτη στη Ρουσσία», είπε ένας άλλος.

«Τότε εγώ παίρνω το θέατρο», είπε ο Βελαδράπας.

«Μα το δράμα το ανάλαβα εγώ», τον έκοψε ο Ταγχόιζερ.

«Άλλο δράμα κι άλλο θέατρο», ξαναείπε ο Βελαδράπας· «δεν είναι έτσι,
Νίκο;»

Ο Νίκος κούνησε το κεφάλι.

«Και γω πήρα την ιστορία και τη φιλοσοφία της τέχνης», πετάχτηκε από
τη γωνιά ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο στο χέρι, δίχως να
σηκώση απ' αυτό τα μάτια του.

«Καλά», είπε ο Βελαδράπας, «μα την πολεμική ποιος θα την πάρη;»

«Πολεμικό θάναι όλο το περιοδικό απ' άκρη σ' άκρη. θα σπάζη, θα
γκρεμίζη αλύπητα τα είδωλα — »

Τις κορυφές, τον Αβραμίκο πρώτον», είπε ο σγουμπός με τα γυαλιά.

«Τη γενική πολεμική εννοώ», ξαναείπε ο Βελαδράπας, «τα κύρια άρθρα».

«Η πολιτική αποκλείνεται — » του απάντησε κάποιος.

«Μα τα κοινωνικά ζητήματα;» ξαναρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κι αυτά», φώναξε ο Ταγχόιζερ: «Καθαρή τέχνη. Σημαία μας θάναι το
γύρισμα στον τραγικό, στον ηρωικό λυρισμό».

«Και στη σκληράδα», ξαναπετάχτηκε ο σγουμπός, δίχως να σηκώση τα μάτια
του από το βιβλίο. Σήκωσε μόνο το γρόθο του στο ψήλος του ώμου.

Ο Νίκος λάγγεψε με το σαγόνι.

«Και ποιος θάμπη διευθυντής κ' εκδότης;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Κανείς», είπε ο Ταγχόιζερ: «Ούτε τόπος ούτε χρόνος θα γράφεται στο
ξώφυλλο. Το Σφυρί μονάχα με παχιά μεγάλα γράμματα. Διαμαντένια
γράμματα σε μαύρο ξώφυλλο».

«Εγώ λέω πράσινο, να συμβολίζη την αναγέννηση», είπε ένας.

«Κόκκινο, επαναστατικό», είπε άλλος.

«Καλήτερα ένα σφυρί μονάχα, δίχως γράμματα», είπε ο σγουμπός με τα
γυαλιά και κοίταξε το Νίκο.

Ο Νίκος ένεψε με το κεφάλι.

«Κ' οι συντρομές που θάρχουνται, αν δε βάλουμε κατατόπι;» ρώτησε ο
Βελαδράπας.

«Βάζουμε ένα άγνωστο ψευδώνυμο, ποστ ρεστάντ».

«Εγώ λέω ναλλάξουμε όλοι μας ψευδώνυμα», πρότεινε κάποιος.

«Γράφουμε τότε όλοι ανώνυμα», είπε άλλος.

«Έτσι χάνεται η ατομικότητα. Το όνομα είναι η δύναμη· εγώ θα γράφω πια
με τόνομά μου», είπε ο Νίκος.

«Μα έτσι λείπει το μυστήριο, που δίνει την επιβολή», είπε ο Ταγχόιζερ.

«Η ατομικότητα τη δίνει», φώναξε ο σγουμπός.

«Θαποκλειστή κ' η επιστήμη;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

Η Θάλεια με σκούντησε.

«Όπου δεν έχει σχέση με την τέχνη».

«Μα στην εποχή μας τέχνη κ' επιστήμη — τι λες, Νίκο;»

Ο Νίκος είχε ξεχαστή.

«Η ποίηση του μέλλοντος θα είναι επιστημονική», απάντησε ο σγουμπός κι
ο Βελαδράπας ησύχασε.

Η Θάλεια τους έρριχνε ματιές όλη την ώρα και γύριζε και κοίταζε κ'
εμένα σα να μου έλεγε; «Βλέπεις που δεν ήθελες ναρθής;» Περσότερο όμως
κοίταζε την Κλεαρέτη φυλάγοντας τις στιγμές που εκείνη δεν την
πρόσεχε. Μα κ' η Κλεαρέτη δεν κοίταζε λιγώτερο τη Θάλεια κι όταν η μια
έπιανε την άλλη, γυρίζανε κ' οι δυο τα μάτια αλλού.

«Δες πόσες κορδέλες έχει απάνω της, πώς είναι τα μαλλιά της· κοίταξε
τι φτερά έχει βάλει στο καπέλο της, τι παπουτσάρες που φορεί», βρήκε
την περίσταση να μου μουρμουρίση η Θάλεια διάφορες στιγμές εκεί που
συζητούσαν οι άλλοι.

Κ' είταν αλήθεια παράξενα ντυμένη αυτή η Κλεαρέτη. Φορούσε ένα πράσινο
φόρεμα μ' ένα σωρό κόκκινα φιογκάκια, πλατύ καπέλο με φανταχτερά φτερά
και τα ποδήματά της είταν καταλασπωμένα. Καθόταν αμίλητη όλη την ώρα
κοιτάζοντας τον έναν και τον άλλον κι ακκουμπώντας τον αγκώνα στην
καρέκλα του αδερφού της, καθώς τονέ νόμιζα τον Κλεαρέτη. Εκείνο που
μου έκαμε λιγάκι εντύπωση είταν πως δεν του έμοιαζε καθόλου. Εκείνος
μαυριδερός νόστιμος νέος, τούτη άσπρη, ξανθή σχεδόν και τρομερά άχαρη.
Η χλωμάδα του προσώπου της, τα μαλλιά της, τα χτενισμένα αλά Κλεό, που
της κρεμόντανε στα μάγουλα, και τα ξέθωρα και βαθουλά μάτια της σε
κάνανε να μην μπορής να την κοιτάξης. Κι ωστόσο έβλεπα τα μάτια ολονών
τριγύρω της να τη θωρούνε μ' ευχαρίστηση, τόσο που η Θάλεια, αν και
καταφρονούσε αυτόν τον κύκλο, φαινότανε πως πειραζότανε λιγάκι που την
προσέχανε λιγώτερο από την Κλεαρέτη.

«Πρέπει λοιπόν ναρχίσουμε να ετοιμάζουμε ύλη», είπε πάλι ο Βελαδράπας.

«Εγώ αύριο τελειώνω τη μελέτη για το Μποτιτσέλι», είπε ο σγουμπός.

«Κ' η Ιππολύτα μας έδωσε κιόλα ένα ποίημα», είπε ο Ταγχόιζερ, που
φαινότανε σα μισοαναγνωρισμένος διευθυντής του περιοδικού.

«Πού είναι το; δεν τόχεις εδώ να τακούσουμε;» ρώτησε ο Βελαδράπας και
τεντώθηκε.

Η Θάλεια με ξανασκούντησε.

«Έλα, Ιππολύτα, διάβασέ το», είπαν κι άλλοι.

«Ας το διάβαση ο Ιπόλυτος· εγώ έχω άθλια απαγγελία», άνοιξε τέλος το
στόμα της η ποιήτρια κοκκινίζοντας.

«Όχι, εσύ διάβασέ το· δικό σου είναι», είπε ο Κλεαρέτης κ' έβγαλε από
την τσέπη ένα τετράδιο.

«Η ιδέα είναι δική σου», ξαναείπε κείνη.

«Εσύ τόγραψες», της είπε ο Κλεαρέτης.

«Εμπρός, ποιήτρια, διάβασέ το συ», φώναξε ο Νίκος.

Η Θάλεια δεν μπόρεσε να μη γελάση κι ο αδερφός της την αγριοκοίταξε.

Το διάβασε ο Ιππόλυτος. Σα φιλοσοφικό, που είπαν όλοι τους πως είταν,
η Θάλεια και γω δε νοιώσαμε τίποτες. Τον τίτλο μόνο _Μελικέρτη_ κ' ένα
σωρό ονόματα ακούσαμε κοντά στη Θέληση και τη Δύναμη, τη Σοφία και τη
Σκέψη, τη Διαιώνιση και την Εξέλιξη· αϊτούς και φίδια, σφυριά και
κύτταρα, Άδες και Σύμπαντα, Τιτάνες και Τιτάνιες και το γύρισμα ή
επωδό που το λένε: Ω Ρουθ, βάρα το τύμπανο, ω Όμπερον, ρίχνε άμμο στην
κλεψύδρα.

«Μ' αυτό θαρχίσουμε», είπε ο Ταγχόιζερ παίρνοντας το τετράδιο από τον
Κλεαρέτη: «&Μελικέρτη& με μεγάλα στοιχεία στην πρώτη σελίδα. Ωραίος
τίτλος — Από τα μάρμαρα του πόνου», διάβασε παρακάτω στο χειρόγραφο.

«Από το μούρμουρο του πόνου», τονέ διόρθωσε η Κλεαρέτη.

«Βρήκες καλά τον τόνο στο ρυθμό και στη γλώσσα, Ιππολύτα», της είπε ο
Νίκος κοιτάζοντάς τηνε στα μάτια: «Κρίμα που δεν τόγραψες γερμανικά».

«Στη γλώσσα όχι· δεν είμαι σύμφωνος», πετάχτηκε ο Βελαδράπας· «αν
αρχίσουμ' έτσι, θα φτάσουμε στην καθαρεύουσα».

«Είπαμε, στη γλώσσα ελευθερία. Καθένας ας τη γράφη σύμφωνα με το
αίσθημά του. Οι κανόνες είναι σχολαστικισμοί», φώναξε ο σγουμπός και
ξανάσκυψε στο βιβλίο του.

«Πολύ ωραία! Να πέσουμε στην αναρχία;» άναψε ο Βελαδράπας και μαζί του
η γλωσσική συζήτηση.

Οι γνώμες είτανε τόσο ανάκατες και χωρισμένες, που δεν μπορούσα να
πάρω κάβο μες το θόρυβο. Η Θάλεια ευτυχώς θυμήθηκε πως την περιμένανε
στο σπίτι κι άδραξε το Βελαδράπα από το χέρι:

«Άσε τις κουβέντες τώρα· περιμένει ο μπαμπάς». Τρόμαξε να τονέ σηκώση.

«Θα μείνης;» ρώτησε ο Βελαδράπας το Νίκο.

Εκείνος κοίταξε μια στιγμή την Κλεαρέτη κ' έπειτα τη Θάλεια. Τόσο
επιδειχτικά που η Θάλεια κοκκίνησε και χαιρερετώντας όλους μ' ένα
κούνημα του κεφαλιού έτρεξε στην πόρτα. Ο Νίκος έκαμε να σηκωθή, μα
είταν αργά.

Ο Βελαδράπας είτανε θυμωμένος μ' όλους: «Ε, καλά δεν τους τάπα; Δε
βαστιούνται. Γίνουνται όργανα του Κλεαρέτη, που θέλει να εκμεταλλευτή
το περιοδικό και να τσεπώνη συντρομές στην Αίγυπτο. Γι' αυτό φοβάται
την καθαρή δημοτική», άρχισε σα βγήκαμε στο δρόμο.

«Την είδες τι σουρουκλεμέ σου είναι; Να της φαίνεται πως είναι κι
όμορφη! Δεν πιάνει να ράψη το φουστάνι της, που είναι καταξυλωμένο και
το κρατεί με καρφίτσες, μα θέλει να μου γράφη ποιήματα», άρχισε μαζί
κ' η Θάλεια από την άλλη μεριά.

«Αν είν' έτσι, δε θα λάβω μέρος. Γράφω καλήτερα στο Σύμπαν»,
μουρμούρισε ο Βελαδράπας.

«Λέτε να τα γράφη μοναχή της; Δεν πιστεύω· εκείνος της τα γράφει. Δεν
είδατε πώς μαλλώνανε; Ο ένας έλεγε ταλλουνού: δικό σου είναι»,
ξακολούθησε η Θάλεια.

«Μαζί τα γράφουν», είπε ο Βελαδράπας· «ο Κλεαρέτης δεν μπορεί να γράψη
στίχους, δίνει την ιδέα μόνο και τη γράφει η Ιππολύτα».

«Δε ντρέπεσαι! Αυτή δεν μπορεί να βγάλη λόγο απ' το στόμα της και θα
γράψη και ποιήματα; Εκείνος τα γράφει και θέλει να την περνά κι αυτή
για λόγια».

«Αδερφός της είναι;» ρώτησα.

Η Θάλεια γέλασε: «Τι αδερφός της, καλέ; Αρρεβωνιαστικός της. Λένε
δηλαδή, μα δεν τους πιστεύω. Δεν είδατε πώς καθόντανε; Δεν είδατε
ξετσιπωσιά!»

«Κ' έχουν τα ίδια ονόματα;» ρώτησα.

«Είναι ψευδώνυμα», είπε ο Βελαδράπας.

«Από πού είναι;»

«Από τη Σμύρνη, λέει», είπε η Θάλεια.

«Ο Κλεαρέτης· αυτή είναι από την Πόλη», είπε ο Βελαδράπας.

«Είτανε γκουβερνάντα στην Οδησσό κι από κει την έκλεψε κείνος και
γυρίζουνε μαζί και ζητιανεύουν».

«Ποιος σου τάπε αυτά;» θύμωσε ο Βελαδράπας: «Τι θα πη την έκλεψε; Ο
Κλεαρέτης γυρίζει στα κέντρα του ελληνισμού με τα βιβλία του κι
ανταποκριτής εφημερίδων. Όταν πέρασε από την Οντέσσα τη γνώρισε σ' ένα
ελληνικό σπίτι που είτανε δασκάλα».

«Τι δασκάλα! Γκουβερνάντα είτανε. Φαίνεται», τον έκοψε η Θάλεια.

«Δασκάλα της μουσικής· παίζει έξοχο πιάνο. Λοιπόν εκεί γνωριστήκανε
και παντρεύτηκαν».

«Δίχως παπά», γέλασε η Θάλεια.

«Δίχως παπά βέβαια, μοντέρνος γάμος».

Η Θάλεια γέλασε πιο δυνατά.

«Δε φταις εσύ, φταίω εγώ που σε φέρνω σ' ανθρώπους», της είπε ο
Βελαδράπας: «Δε σ’ αφίνω να κάθεσαι με τη μαμά και με την Παναγιώτα
στην κουζίνα».

Κόντεψε να πιαστούνε στα χέρια. Βριζόντανε όσο που φτάσαμε στην πόρτα
τους. Τους άφησα εκεί κ' έφυγα.



6



Όταν πήγα τη νύχτα αργά στο σπίτι μου, βρήκα στο τραπέζι μια σημείωση
του Νίκου. Μου έγραφε να πω σε όποιον έρθη και με ρωτήση γι' αυτόν πως
δεν τον είδα ολότελα απόταν ήρθε στην Αθήνα. Περσότερα θα μου πη άμα
με σμίξη. Είδα κιόλας πώς έλειπε η βαλίτσα του και τα ρούχα του από το
ντουλάπι. Δόξασα το Θεό που τον ξεφορτώθηκα κ' έπεσα και κοιμήθηκα.

Το πρωί, άμα σηκώθηκα και πήρα να ντυθώ, άκουσα να χτυπά βιαστικά η
πόρτα μου. Ντύθηκα γλήγορα και πήγα κι άνοιξα. Ξαφνίστηκα σαν είδα την
ξαδέρφη μου, την αδερφή του Νίκου.

«Πού είναι; Πες μου γλήγορα τι κάνει;» φώναξε χυμώντας μέσα.

«Ποιος τι κάνει;» ρώτησα.

«Ο Νίκος».

Γέλασα.

«Μπράβο σου, γελάς κιόλα. Να μ' αφήσης άυπνη όλη νύχτα καταμόναχη στο
ξενοδοχείο! Πήγα να τρελλαθώ όσο να ξημερώση. Καλά, δεν ήρθες στο
σταθμό, δεν ερχόσουνα κάνε ψες το βράδι στο ξενοδοχείο;»

Απάνω κάτω κατάλαβα τι έτρεξε, προτού μου ξηγήση πώς μου τηλεγράφησε
να πάω να την πάρω στο σταθμό κι αφού δε με βρήκε κει, κίνησε κ' ήρθε
σπίτι μου και μου άφησε σημείωση να πάω να την εύρω στο ξενοδοχείο.

Δεν μπορούσα πια να της κρύψω τίποτες, μάλιστα σα μου διηγήθηκε πως ο
Νίκος, αφού δεν πήγε καλά το εμπόριο των κρασιών του Ζαμπακίδη, έγραψε
στον πατέρα του πως θέλει να γυρίση σπίτι του να κάμη το δικηγόρο εκεί
στον τόπο ή να βρη καμιάν άλλη θέση, και τους γύρεψε τα έξοδα του
γυρισμού. Ο πατέρας του, αφού είτανε κ' εκλογές κιόλας, δανείστηκε και
του τάστειλε αμέσως για ναρθή γλήγορα να ψηφίση κ' έτσι αν πιτύχη ο
βουλευτής του να τονέ διορίση. Εκεί όμως που περιμένανε το Νίκο,
λάβανε γράμμα του πως ήρθε στην Αθήνα κρυολογημένος βαριά κ' έπεσε στο
στρώμα. Τους γύρεψε εκατό δραχμές, του τις στείλανε αμέσως και
μηνύσανε της αδερφής του, που είτανε στο Ανάπλι με τον άντρα της,
ναρθή να τονέ γεροκομήση. Έτσι έφυγε κι αυτή την άλλη μέρα. Μου
τηλεγράφησε μένα κι αφού δε με βρήκε στο σταθμό, πήγε στο δρόμο και
στον αριθμό, που της γράψανε πως κάθεται ο Νίκος. Εκεί όμως έμαθε πως
δεν κάθεται κανένας Νίκος. Κ' έτσι έτρεξε στο δικό μου σπίτι όλη
νύχτα.

Τη συμβούλεψα να τηλεγραφήση στους γονιούς της πως ο Νίκος είναι
καλήτερα και να γυρίση γλήγορα στον άντρα της, αφού μάλιστα μου είπε
πως ο υπομοίραρχος δεν ήθελε να την αφήση νάρθη, θυμωμένος καθώς
είτανε με τα πεθερικά του, που δεν του πληρώνουν αυτουνού τον τόκο,
παρά ξοδεύουν άδικα για το γιο τους.

«Να πάω πίσω, δίχως να δω το Νίκο! Αυτό δε γίνεται. Σαν κ' έχω άλλον
αδερφό απ' αυτόν; Έχω δυο χρόνια να τονέ δω», μου είπε και δακρύσανε
τα μάτια της.

«Σου περισσεύει κάνα ειποσιπεντάρικο;» τη ρώτησα.

«Για τι; μου είπε».

«Γράψε του πως θέλεις να τονέ δης να του το δώσης και τότε θα τρέξη να
σε βρη ο ίδιος».

«Μην τα λες αυτά», μου απάντησε, «δεν είναι τέτοιος ο Νίκος. Μπορεί να
κάνη τρέλλες, καθώς όλοι οι νέοι, μα εμένα μ' αγαπάει. Νάχα μαζί μου
να σούδειχνα τα γράμματα, που μούστελνε απ' τη Γερμανία».

Μα σε λίγο τα ξέχασε αυτά κι άρχισε να μου παραπονιέται πως ο Νίκος δε
φέρθηκε καλά να μην πάη να ψηφίση στις εκλογές. Ο βουλευτής τους θα
πιτύχη και θα τονέ διόριζε, αν πήγαινε να ενεργήση κι αυτός σαν τους
άλλους δικηγόρους. Έπειτα δεν έκαμε καλά να γελάση και τη μάννα του.
Της έγραψε πως τόσο την πόνεσε, που δε βλέπει την ώρα να γυρίση ναύρη
παρηγοριά στα μάτια της. Και τώρα νάρθη να κάθεται δω και να της παίζη
τέτοιες ιστορίες, να τη βάζη σε ανησυχία πως είναι βαριά άρρωστος!

«Βλέπεις λοιπόν», της είπα, «και συ θέλεις να τονέ δης».

Όμως στάθηκε αδύνατο να την καταφέρω να φύγη. Με βίασε, μου έπεσε στα
πόδια να της βρω το Νίκο. Μια θύμωνα, μια τη λυπόμουνα. Μα να
ξαναμπλέξω με το Νίκο μια και τον ξεφορτώθηκα!

«Τώρα δεν μπορούμε να τον εύρουμε», της είπα· «να σε πάω στο
ξενοδοχείο σου και το μεσημέρι, άμα θα βγω από το γραφείο μου,
έρχουμαι και σε παίρνω και πάμε».

Το δέχτηκε με χίλια βάσανα. Στο γραφείο μου συλλογιζόμουνα όλη την ώρα
πως ίσως θα είτανε καλήτερα να την παραιτήσω ολότελα. Μα πάλι μου
φάνηκε πολύ βαρύ, και πήγα και την πήρα. Το απόγεμα, αφού γυρίσαμε
πρώτα στα καφενεία, που ήξερα πως πηγαίνει ο Νίκος, την πήρα και
πήγαμε και καθήσαμε στην μπίρα που μαζευόντανε οι λόγιοι. Διάλεξα ένα
απόμερο τραπέζι που να μη φαίνεται από την πόρτα κ' έτσι έλπιζα να
πιάσω το Νίκο στην παγίδα, Ο σγουμπός με τα γυαλιά και με το βιβλίο
στο χέρι, η Ιππολύτα, ο Θέμης Φλοίσβος και δυο άλλοι ακόμα ήρθαν και
καθήσανε στην άκρο, που κάθονταν και την περασμένη μέρα.

«Να οι φίλοι του αδερφού σου», είπα της ξαδέρφης μου.

«Μ' αυτούς πηγαίνει;» αναστέναξε ρίχνοντας θλιβερές ματιές απάνω τους:
«Κ' εκείνη ποια είναι;.·»

«Μια μεγάλη ποιήτρια. Μα άσ' την αυτή και πρόσεχε στην πόρτα. Μην
πεταχτής σαν τονέ δης να μπη. Ασ' τονε να ζυγώση στο τραπέζι εκεί κ'
έπειτα σήκω πιάσ' τον άξαφνα».

Κατάστρωσα το σκέδιο έτσι, ώστε άμα θα σηκωνόταν αυτή να πάη στο Νίκο,
να πεταχτώ εγώ να φύγω. Πλήρωσα κιόλας, πήρα μιαν εφημερίδα και την
κρατούσα μπροστά μου και περίμενα. Μα η ώρα περνούσε κι ο Νίκος δε
φαινότανε.

«Εκείνος δεν είναι;» τινάχτηκε μια στιγμή η ξαδέρφη μου κ' έδειξε ένα
νέο που μπήκε μέσα και τράβηξε ίσια στο ποιητικό τραπέζι.

Γελάστηκε από το ξουρισμένο μουστάκι του. Της το είχε γράψει η μάννα
της πως ο αδερφός της έκαμε κι αυτή την πράξη. Της ξήγησα πως ο Νίκος
άφησε πάλι όχι μόνον το μουστάκι του, μα και τα γένια.

Έγυρε απογοητεμένη στον καναπέ. Εγώ κοίταζα το νέο που είχε σιμώσει
στο τραπέζι. Κρατώντας τα καπέλο του στο χέρι, έσκισε με μεγαλόπρεπη
ηρεμία τάλλα τραπέζια και στάθηκε ορθός μπροστά στην Ιππολύτα. Ούτε κι
άμα χαιρέτησε δεν έσκυψε. Τον έβλεπα από το πλευρό. Τα ορθά μαλλιά
του, το ψηλό του μέτωπο, η μακριά καμπυλωτή μύτη μου θυμήσανε μιαν
εικόνα, του Σίλλερ θαρρώ, που είχε κρεμασμένη στην κάμαρα του ο Νίκος
κ' η Μαρία δεν μπορούσε να τη δη. Ήθελε να την πετάξη από κει· τόσο
δεν της άρεσε το μάτι του, που κοίταζε αγριωπά στο μάκρος, κ' η
περιγελαστική σούφρα που κάνανε τα χείλια του. Παρόμοια εντύπωση μου
κάνανε και μένα τα χείλια αυτού του νέου. Κι ωστόσο είταν όμορφος,
πολύ όμορφος. Είχε ένα μαντύα αναρριχτό διπλωτά στις πλάτες σαν αρχαία
χλαμύδα κ' έστεκε πάντα ακίνητος. Κι άμα μιλούσε κατάφερνε να μη
σαλεύη τα χείλια, να μη χαλά την περιγελαστική τους δίπλα. Καθώς έμαθα
ύστερα από το Βελαδράπα, είταν εκείνος που υποψιάστηκα, ο νέος
προφήτης, που είχα ακούσει πως ήρθε από τη λυβική έρημο να κάμη εκείνο
που δεν κάμανε οι πρόδρομοί του, να βάλη στη θέση τους όλους τους
έλληνες ποιητές από τον Όμηρο κ' εδώθε.

Μα ο Νίκος δε φαινότανε. Δεν ερχότανε κι ο Βελαδράπας κι άρχισα
νανησυχώ και γω περσότερο από την ξαδέρφη μου. «Αν πήγε κει!»
στοχαζόμουνα και με την ιδέα αυτή δεν μπορούσα να καθήσω άλλο στην
μπίρα.

«Άκουσε», είπα της ξαδέρφης μου, κάθησε συ εδώ. Φοβούμαι μην πήγε
κάπου αλλού ο Νίκος. Πάω να δω εκεί και θα σου τονέ φέρω, αν τονέ βρω.
Εσύ μείνε και περίμενε δω. Μη φύγης».

Τράβηξα στου Βελαδράπα. Ο Νίκος είτανε κει κ’ η Θάλεια μαζί τους.

Άκουσα τη φωνή της απόξω. Σα με είδε που μπήκα στην κάμαρα του αδερφού
της, μου φάνηκε σα να μην της άρεσε.

«Με συμπαθάτε που σας ενοχλώ», της είπα· «ήρθα μονάχα για να πω κάτι
του ξαδέρφου μου».

Ο Νίκος σα να κατάλαβε, έκαμε πως δεν άκουσε τι είπα. Είχε ένα βιβλίο
στο χέρι και το ξεφύλλιζε.

«Μπορώ κάτι να σου πω», του είπα και τον έπιασα από τον ώμο, δίχως
ναφήσω το καπέλο μου από το χέρι.

«Ύστερα μου λες», απάντησε ξερά χωρίς να πάψη να κουνιέται στην
καρέκλα που καθότανε και χωρίς να σηκώση τα μάτια από το βιβλίο.

«Είναι ανάγκη», του ξαναείπα.

«Αηδίες. Το ξέρω τι θα μου πης», απάντησε πάλι στον ίδιον τόνο.

«Καλά σας λέει, αφήστε τις κουταμάρες τώρα. Τα λέτε κ' ύστερα τα
μυστικά σας», είπε κ' η Θάλεια.

Έκαμα να φύγω.

«Πού πας; Κάθησε να βγούμε όλοι μαζί», μου φώναξε ο Βελαδράπας.

«Πού αγαπάς να πάμε; Δεν είπαμε να πιούμε τσάι εδώ;» τον αποπήρε η
Θάλεια.

«Εσύ τόπες· εγώ σας είπα θα πάω στην μπίρα», φώναξε κείνος.

«Σας περιμένουν κιόλα», είπα.

«Ποιοί είναι κει;» ρώτησε ο Βελαδράπας.

«Οι χτεσινοί».

«Κ' η δεσποινίδα Κλεαρέτου;» πετάχτηκε η Θάλεια κοιτάζοντας με
χαμόγελο το Νίκο.

«Κλεαρέτη», τη διόρθωσε ο Νίκος.

«Κατά τη δική σας τη γραμματική», ξαναείπε η Θάλεια.

«Έλα σήκω, Νίκο· πάμε να δούμε τι θα κάνουμε. Αύριο θα φύγη ο
Κλεαρέτης. Πρέπει να του το πω οριστικά», είπε ο Βελαδράπας.

«Τα λέμε με την Κλεαρέτη που θα μείνη. Την έχει πληρεξούσιο», απάντησε
ο Νίκος.

Έλα, άσε ταστεία· σήκω τώρα πάμε», τονέ σκούντησε ο Βελαδράπας και
πήρε το καπέλο του.

Η Θάλεια έτρεξε και του το άδραξε από το χέρι: «Κάτσε κάτω, κάνε μου
τη χάρη. Θα πιούμε τσάι εδώ κι από κει θα πάμε στο Σύνταγμα να δούμε
την κίνηση. Κ' εσείς, παρακαλώ — », γύρισε σ' εμέ κ' έκαμε να πάρη και
το δικό μου καπέλο.

«Κι από το Σύνταγμα στην μπίρα μια στιγμή», είπε ο Νίκος.

«Στην μπίρα δεν έρχουμαι· σας τόπα», φώναξε η Θάλεια.

«Έχεις τόση αντιπάθεια στην Κλεαρέτη;»

«Δε μου αρέσει κι αυτή και κείνος. Δεν είναι άνθρωποι καθώς πρέπει κι
αν ο Βελαδράπας δεν πάψη να τους συναναστρέφεται, θα το πω του
μπαμπά».

«Ξεφορτώσου με, αυτό θα κάνης καλά. Εγώ θα τους φέρω και δω να
σκάσης», της φώναξε ο Βελαδράπας.

«Δεν κοπιάζεις; Α θες να τους πετάξω κάτω από τη σκάλα».

«Τη ζηλεύεις που είναι ωραία», της είπε ο Νίκος δίχως να γελάση.

«Τα μούτρα της! Αυτή να ζηλέψω! Φτάνει μόνο το χρώμα της. Σα χλεμπόνα
είναι!»

«Αυτό το χρώμα είναι ίσια ίσια το ξεχωριστό της. Σαν εικόνα του
Μποτιτσέλι».

Ο Βελαδράπας τον κοίταξε κι αυτός, σα να μην ήξερε αν τα λέη στα
σοβαρά ή μόνο για να πειράξη την αδερφή του.

«Αδικείτε το γούστο σας, αν το λέτε σοβαρά πως είναι ωραία αυτό το
τέρας», είπε κείνη.

«Πρόσεξες τα μάτια της; Είδες τα χέρια της; Και να την άκουγες να
παίζη πιάνο. Αισθάνεται το Μπαχ σα γερμανίδα».

«Αυτή, αυτή;»

«Ναι, αυτή· και πώς μιλεί για τη φιλοσοφία!»

«Δεν ξέρει ούτε το στόμα της νανοίξη. Τα παπούτσια της πες της να
χαρή», φώναξε η Θάλεια κ' έφυγε από την κάμαρα.

«Μπορώ να πω κάτι του Νίκου;» ρώτησα το Βελαδράπα.

«Ξέρω τι θα μου πης. Ήρθε και σε βρήκε η Πολυξένη», μου είπε ο Νίκος
απότομα, σα βγήκε όξω ο Βελαδράπας.

«Ναι, θέλει να σε δη· τι να την κάνω;»

«Να με ξεφορτωθής και συ και κείνη».

Άναψα: «Ξέρεις, δεν υποφέρνεσαι. Άμα χρειάζεσαι κανέναν — ». Από το
θυμό μου δεν μπορούσα να βρω λόγια.

«Άι να χαθής», μου είπε και μου γύρισε την πλάτη.

Έκαμα να χυμήσω απάνω του. Μα η Θάλεια άνοιξε την πόρτα κάνοντας τόπο
της υπερέτριας, που ερχότανε πίσω με το δίσκο. Την άφησα και πέρασε κ'
έπειτα πετάχτηκα αμέσως όξω. Καθώς κατέβαινα τη σκάλα, άκουσα τα
πατήματά της που τρέξανε κατόπι μου. Μου φάνηκε σα να με φώναξε κιόλα
κάποιος. Μα δε σταμάτησα.

Πήγα στην μπίρα και πήρα την ξαδέρφη μου και την άλλη μέρα τη
συνέβγαλα στο σταθμό. Έφυγε δίχως να δη τον αδερφό της.



7



Μου φαινόντανε απίστευτα όσα έβλεπα. Σα να ονειρευόμουνα. Η Θάλεια,
που κλαιγότανε τον αδερφό της, γιατί έμπλεξε με τους μαγκούφιδες, να
μπερδευτή η ίδια μ' έναν από δαύτους! Η γνωστική, η πραχτική, η
μετρημένη Θάλεια; Τι καρτερεί απ' αυτούς; Θέλει να παίξη μοναχά; Μα
τότε εγώ την παρανόησα τόσον καιρό; Δεν ήθελα να το πιστέψω, δεν ήθελα
να χάσω την ελπίδα. Τέλος πάντων κάτι είχα πλάσει και γω με το νου μου
και δε μου άρεσε να το αφήσω να μου γκρεμιστή για να διασκεδάση μια
στιγμή μονάχα ο ξάδερφος μου. Έπειτα μου φαινόταν πως το είχα κιόλα
χρέος και πολλές φορές στοχάστηκα να τρέξω να τα πω όλα της Θάλειας,
να της φανερώσω ποιος είναι ο Νίκος. Μα δεν εύρισκα το θάρρος και μου
ερχότανε πάλι η ιδέα να πάω καλήτερα στη μάννα της. Φανταζόμουνα πως
μόλις θα το άκουγε, θάκλεινε αμέσως την πόρτα της του Νίκου. Όμως δεν
μπορούσα να το αποφασίσω ούτε αυτό και βρήκα ευκολώτερο να πιάσω την
κουβέντα μόνο με το Βελαδράπα. Σχεδίασα πώς να του ανοίξω την καρδιά
μου, πώς να τον κάμω να αισθανθή τη θέση μου και την τιμή της αδερφής
του.

Όταν τονέ βρήκα, μου έδωσε αυτός την αφορμή:

«Γιατί έφυγες έτσι εψές: Τι είχες με το Νίκο:» μου είπε.

Του διηγήθηκα όλη την ιστορία.

«Δεν τονέ νοιώθεις και τον παρεξηγείς· τονέ μετράς με το συνηθισμένο
μέτρο», μου απάντησε.

Μου ήρθε να του δώσω μια κατραπακιά, μα τον είδα τόσο σοβαρό, που τονέ
λυπήθηκα. Τον κοίταξα μονάχα με χαμόγελο.

«Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορή να κλωτσοπατά τις
συνθήκες, να μην υποτάζεται σ' αυτές», μου είπε με τον ίδιο σοβαρόν
τόνο.

«Τι λες, βρε;» θύμωσα στο τέλος· «νάρθη η αδερφή του επίτηδες γι'
αυτόν και να μην πάη να τη βρη;»

«Τι η Εκάβη προς αυτόν κι αυτός προς την Εκάβη;» μου απάντησε
γελώντας.

«Η αδερφή του!»

«Η αδερφή του, ναι. Τι κολοκύθια είν' αυτά; Γιατί τους γέννησε η ίδια
μάννα; Αυτές είναι αδυναμίες των κοινών ανθρώπων. Η δύναμη είναι να
μπορής να τις νικάς».

«Να μην είσαι δηλαδή άνθρωπος».

«Να είσαι υπεράνθρωπος».

Θέλησα κάτι να του πω, μα με πήρε μπροστά με τα λόγια κι άρχισε να μου
εξηγή με όλο το σοβαρό πως φυσική συγγένεια δε θα πη τίποτες. Η μοναχή
συγγένεια είναι η κατ’ εκλογή συγγένεια: «Το ξέρω· ό, τι και να σου
πω, δε θα με νοιώσης, μια και δε διάβασες το Γκαίτε», μου είπε σαν
είδε πως τον κοίταξα χαμογελώντας.

«Άσ' τα αυτά», τον έκοψα· «δε μου λες, πήγατε ψες στην μπίρα; Τους
κατάφερες;»

«Πήγαμε».

«Όλοι σας;»

«Ναι».

«Ήρθε κ' η Θάλεια;»

«Ήρθε».

Τον κοίταξα: «Θα με συμπαθήσης να σου πω ένα λόγο;» του είπα.

«Πες».

«Δε βρίσκεις πως δεν ταιριάζει η Θάλεια σ' αυτή τη συντροφιά;»

«Ακούς και συ αυτά που λέει για την Κλεαρέτη; Ωχ καημένε! Βλέπω πως
ζης και συ αιώνες πίσω. Έπειτα ποιος της είπε νάρχεται; Μου κάνει χάρη
κιόλας να με ξεφορτωθή. Το ξέρεις πως τη βαριούμαι».

«Σα θέλεις άκου με», του είπα· «καλά θα κάμης να μην την ξαναπάρης
μαζί σου· κι ακόμα — ».

Δε μ' άφησε να τελειώσω: «Σου κάνω χάρη και δεν ξαναπάω και γω μαζί
τους. Μάλλωσα ψες με όλους.

«Και με το Νίκο;»

«Και μ' αυτόνε», μου είπε και μου διηγήθηκε το γλωσσικό καυγά τους.

Το άλλο βράδυ δεν μπόρεσα να κρατηθώ να μην περάσω από την μπίρα και
να ρίξω μέσα μια κρυφή ματιά. Τον είδα που καθότανε πάλι στον κύκλο
ανάμεσα από τη Θάλεια και την Κλεαρέτη. Κι ο Νίκος αντίκρυ τους. Έφυγα
γοργά να μη με δούνε.

Πήγα στον τόπο μου για να ψηφίσω, με την απόφαση να μην ξανάρθω στην
Αθήνα. Μα δεν μπόρεσα να μείνω και γύρισα σε λίγες μέρες. Δυοτρείς
φορές κίνησα να πάω στου Βελαδράπα, μα δεν κατάφερα να φτάσω ως την
πόρτα του. Και κείνος, μην ξέροντας ίσως πως γύρισα, δεν ήρθε να με
βρη.

Δεν τον απάντησα ούτε στο δρόμο. Πέρασα ένα δυο βράδια απόξω από την
μπίρα, μα είδα άδειο το τραπέζι της συντροφιάς. Άξαφνα μια μέρα πήρε
το μάτι μου το Νίκο που περνούσε με το τραμ. Στεκότανε πίσω ορθός
μιλώντας με τον ποιητή Βιδούρη και φορούσε μαύρη φορεσιά και ημίψηλο,
μου φάνηκε. Περσότερο με ξάφνισε που είχε κομμένα και τα μαλλιά. Με
είχε συνηθισμένο με τις μεταμόρφωσές του, αυτή τη φορά όμως μου έβαλε
πολλές υποψίες. Σα να είδα σε όλα αυτά το γούστο της Θάλειας.

Θα είχε περάσει καμιά βδομάδα, όταν απάντησα στο δρόμο το γέρο
Πετροδίκη.

«Τι έγινες, βρε αδερφέ;» μου φώναξε· «να μη σε ξαναδούμε».

«Έλειπα· πήγα να ψηφίσω», δικαιολογήθηκα μπερδεμένος λιγάκι.

«Το στοχαστήκαμε, για να μη σε δούμε. Την πάθατε ε; Δεν μπορέσατε να
βγάλετε το δικό σας. Γι' αυτό δεν έρχεσαι, μη σου κρεμάσουμε τον
τενεκέ;»

Το είχα λησμονήσει πως έχασε ο υποψήφιος, που πήγα να του δώσω ψήφο. Ο
γέρο Πετροδίκης, σα με είδε πως δεν είχα πάρει κατάκαρδα τον τοπικό
χαμό, άρχισε να μου ξεχύνη τη χαρά του για το γενικό θρίαμβο του
κορδονιού και πήγαμε έτσι ένα διάστημα μαζί.

«Ε, δεν έρχεσαι μεθαύριο την Κυριακή να φάμε σπίτι και να τα πούμε
καλήτερα;» μου είπε άμα θα χωρίζαμε.

Του το έταξα και την Κυριακή πήγα. Η Θάλεια με δέχτηκε πρόσχαρα. Με
ρώτησε πότε έφυγα, πότε ήρθα, πώς πέρασα, μου κρέμασε τον τενεκέ,
είπαμε με αυτή και τη μητέρα της αδιάφορες κουβέντες, όσο που ήρθε κι
ο πατέρας της και καθήσαμε στο τραπέζι. Κατέβηκε κι ο Βελαδράπας από
τη σοφίτα απάνω που έγραφε, και ξαφνίστηκε σα με είδε. Δεν του είχε
πει κανένας, είπε, πως θαρχόμουνα να φάω. Αυτό έκαμε τη μάννα του να
φανερώση πως ο γέρο Πετροδίκης είχε ξεχάσει να τους πη πως με είδε και
με προσκάλεσε να φάμε. Μόλις την Κυριακή πρωί το θυμήθηκε κ' έτσι δεν
το άκουσε ο Βελαδράπας.

Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, η Θάλεια κάθησε στο πιάνο, ο Βελαδράπας
γρατσούνισε μαζί της το βιολί του, όσο που η ώρα πέρασε κι ο γέρο
Πετροδίκης μου ζήτησε συμπάθιο κ' έφυγε.

«Πάμε και μεις όξω;» είπα σε λίγο του Βελαδράπα.

«Καρτερώ το Νίκο· θαρθή στις πέντε», μου απάντησε.

Κάθησα λιγάκι κ' έπειτα σηκώθηκα.

«Τι, φεύγετε;» με ρώτησε η Θάλεια.

«Έχω να πάω κάπου· να με συμπαθάτε».

Χαιρέτησα, ευχαριστώντας κι αυτή και τη μητέρα της. Με συνεβγάλανε στη
σκάλα: «Να σας ξαναδούμε», μου είπανε κ’ οι δυο.

Ο Βελαδράπας αποφάσισε ναρθή μαζί μου λίγο όξω: «Έχω καιρό· ως τις
πέντε θάμαι δω», είπε της Θάλειας.

Μου ήρθε όρεξη να τονέ διώξω κι αυτόν από κοντά μου και να μείνω
μόνος. Είχα μετανοιώσει πια που γύρισα από τον τόπο μου κι αυτό
συλλογιζόμουνα όλη την ώρα, που ο Βελαδράπας μου μιλούσε για ένα νέο
δράμα που έγραφε. Μου είπε πως σπάνια πια βλέπει τους συναδέρφους του,
εξόν από το Νίκο. Μου είπε ακόμα πως ο Κλεαρέτης έφυγε και πως ο Θέμης
Φλοίσβος είναι ερωτεμένος με την Κλεαρέτη στα γερά κ' έγραψε ένα άρθρο
γι' αυτή στο Μηνύτορα.

«Τι κάνει αυτή εδώ;» τονέ ρώτησα.

«Γράφει μια φιλοσοφική μελέτη».

«Και πώς ζει;»

«Γυρεύει να βρη να δίνη μαθήματα στη μουσική και σε ξένες γλώσσες».

«Ξέρει γλώσσες;»

«Πολλές. Δεν ξέρεις τι μόρφωση έχει! Και το παίξιμο της! Μεταρσιώνει!»

Μου είπε διάφορα άλλα, όσο που μ' άφησε.

Είδα πια πως το φρονιμώτερο είτανε να μην ξαναδώ ούτε τη Θάλεια ούτε
κανέναν από τους δικούς της. Αν μπορούσα μάλιστα, θάφευγα. Μα πού να
πήγαινα; Στο σπίτι μου είταν αδύνατο να παρουσιαστώ δίχως την άδεια. Η
Θάλεια δεν είταν η μοναχή στον κόσμο. Πήρα την απόφαση και προσπάθησα
να την ξεχάσω με τη δουλειά στο γραφείο μου. Γύρεψα άλλες συντροφιές
κι απόφευγα να φαίνουμαι σε κάθε μέρος που μπορούσα να την απαντήσω.
Ωστόσο η σύμτωση την έφερε μπροστά μου. Μια μέρα την απάντησα με
κάποια φιλενάδα της, καθώς έβγαινα στην Ομόνοια. Πρόφτασα κ' έκαμα πως
δεν την είδα. Μιαν άλλη μέρα καθώς πήγαινα να μπω σ' έναν καφενέ, να
την πάλι με τον αδερφό της και με το Νίκο στο άλλο πεζοδρόμιο. Καλά
και δε με είδε ο Βελαδράπας και δε χαιρέτησα. Ο Νίκος έκαμε πως δε με
πρόσεξε και κείνη γύρισε επίτηδες αλλού τα μάτια.



8



Πέρασαν έτσι καναδυό βδομάδες, όταν άξαφνα μια μέρα είδα το Βελαδράπα
νάμπη στο γραφείο μου. Είτανε σοβαρός και κάθησε, αφού με ρώτησε αν
αδειάζω.

«Έχω να σου πω κάτι σπουδαίο», μου είπε σιγά· «σου το λέω σα φίλος και
θέλω νακούσω τι λες κ' εσύ».

Άφησα το γράψιμο κ' ετοιμάστηκα να τον ακούσω.

«Διάβασε αυτό εδώ», μου είπε.

Είταν ένα γράμμα χωρίς υπογραφή και τον ειδοποιούσε πως ο Νίκος
σχεδιάζει να του κλέψη την αδερφή.

Δεν ξέρω γιατί χάρηκα μέσα μου. Σα να μούφυγε από την καρδιά μεγάλο
βάρος. Δίπλωσα το γράμμα και του το ξαναέδωσα.

«Το πιστεύεις;» με ρώτησε.

Δεν απάντησα.

«Τι μου λες να κάμω;»

Σήκωσα τους ώμους αδιάφορα.

«Το πιστεύεις να το κάμη αυτό ο Νίκος;» με ξαναρώτησε.

«Το πιστεύω», είπα.

Έσκυψε το κεφάλι: «Τότε είμαι ναυτοχτονήσω. Η μαμά κι ο μπαμπάς θα τα
βάλουνε με μένα».

«Μπορώ να σε ρωτήσω και γω;» του είπα· «εσύ δε βάζεις υποψία; δεν
είδες τίποτες;»

Με κοίταξε σουφρώνοντας τα χείλια και μαζεύοντας τους ώμους. Έπειτα
ξανάσκυψε το κεφάλι. Τονέ λυπήθηκα.

«Δεν ξέρω τι να κάμω», είπε πάλι.

«Να του κλείσης την πόρτα και να ειδοποιήσης τη μαμά σου».

«Εγώ έλεγα καλήτερα να το πω της Θάλειας».

«Τι θα ωφελήση;»

«Να του κόψη το θάρρος που τούδωσε. Και να τον παρακαλέσω κι αυτόνε να
μην ξαναρθή σπίτι».

«Καλά, κάμε έτσι·».

«Εσύ δεν μπορείς να του πης τίποτες; Δεν ξέρεις πως θα με υποχρέωνες.
Σε μένα ξέρεις πέφτει δύσκολο. Θα μ' έσωζες».

«Αδύνατο», του είπα σε τρόπο που δεν τόλμησε να με ξαναπαρακαλέση.

Κάθησε λίγο κ' έφυγε έπειτα.

Έχασα όλη τη χαρά και μ' έπιασε βαθειά θλίψη, όταν έμεινα μονάχος.
Ένοιωσα πάλι βάρος μέσα μου σα να είμουνα εγώ η αιτία που έφτασε ως
εκεί το πράμα. Τώρα έβλεπα πως φέρθηκα κουτά από την αρχή, πως έπρεπε,
μόλις είδα νάμπη μέσα ο Νίκος, να ειδοποιήσω το γέρο Πετροδίκη να λάβη
τα μέτρα του. Δεν έγραφα κάνε εγώ τότε ένα ανώνυμο γράμμα, αφού δεν
είχα την τόλμη να το πω! Άρχισα να ξανασυλλογίζουμαι τι έχασα, ενώ
είμουνα στο δρόμο να το λησμονήσω.

Την άλλη μέρα περίμενα από περιέργεια μην έρθη ο Βελαδράπας και μου πη
τι έκαμε. Μα πέρασε κ' η άλλη και δεν ήρθε. Το άλλο το απόγεμα τους
είδα και τους τρεις που ανεβαίνανε στο Σύνταγμα. Και κείνος, που έκαμε
πρώτος πως δε μ' είδε, είταν ο Βελαδράπας. Νόμισα πως με ντράπηκε, που
τον είδα να είναι πάλι με το Νίκο και την αδερφή του μαζί, έπειτα από
το γράμμα που έλαβε. Σε δυο τρεις μέρες όμως τον ξαναπάντησα μονάχο
του κ' έκαμε πάλι πως δε μ' είδε. Δεν ξέρω τι μ' έσπρωξε μέσα μου κ'
έτρεξα και τον έπιασα.

«Κάνεις πως δε με βλέπεις;»

«Δε ντρέπεσαι να με ζυγώνης», μου είπε θυμωμένα.

«Γιατί;»

«Ξέρεις γιατί».

Ξαφνίστηκα.

«Εσύ τόγραψες το γράμμα. Αυτό λέγεται ατιμία», μου είπε αγριωπά.

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι· μου ήρθε να του σπάσω το μουσούδι.

«Έπρεπε νάχης το θάρρος να μου το πης. Όχι να συκοφαντής ανώνυμα. Όσα
είχες εσύ στο νου σου τάρριξες στους άλλους. Φταίω εγώ που σου άνοιξα
την πόρτα μου», φώναξε τόσο δυνατά, ώστε κάποιοι που περνούσανε
σταματήσανε και μας κοίταξαν.

Έκαμα να ξαμώσω απάνω του, μα σαν είδα πως θα μάζευα τον κόσμο, τον
άφησα κ' έφυγε. Φαντάστηκα πως ο Νίκος θα τάρριξε σε μένα για να
γλυτώση, κι αποφάσισα να πάω να βρω το γέρο Πετροδίκη να του πω τι
τρέχει, να εξιλεωθώ σε κείνον κάνε.

Κίνησα και πήγα στον καφενέ, που περνούσε τις ώρες του. Μα δεν τον
βρήκα παρά μόνο την άλλη μέρα, που ξαναπήγα. Καθότανε μαζί με άλλους.
Με δέχτηκε χαρούμενος, φώναξε και μου φέρανε καφέ, με σύστησε στους
φίλους του και μου έκαμε παράπονα γιατί δε με ξαναείδανε σπίτι τους.
Τον είδα τόσο ανίδεο από καθετί, τόσο δίχως υποψία και τόσο γκαρδιακό
μαζί μου, που δεν έλαβα το θάρρος να τον πάρω στο άλλο το τραπέζι και
να του πω ό, τι λογάριαζα. Γιατί να ταράξω την καρδιά κι αυτουνού με
πράματα, που δεν είχα πια κανένα όφελος να τανακατέψω; Κάθησα καμπόσο
και σηκώθηκα κ' έφυγα, αφού του έταξα πως θα πάω την Κυριακή σπίτι
του. Εννοείται πως όχι μόνο δεν πήγα, μα και φρόντισα να μην
ξαναπαντηθώ μαζί του.


9



Μου γράψανε από το σπίτι μου να πάω εκεί τα Χριστούγεννα κ' έτσι βρήκα
αφορμή να λείψω πάλι λίγο από την Αθήνα. Σε λίγες μέρες μας ήρθε το
μήνυμα πως ο Νίκος αρρεβωνιάστηκε με τη Θάλεια. Το έγραψε της μητέρας
μου η μητέρα του Νίκου και της έλεγε με μεγάλη χαρά πως κοντά στις
πενήντα χιλιάδες που του δίνανε προίκα, ο πεθερός του φρόντισε και του
βρήκε θέση σε κάποια τράπεζα. Άκουσα με απάθεια πια το νέο κ' έκαμα
κατά διαταγή του πατέρα μου τα συχαρητήρια τηλεγραφήματα της
οικογένειάς μας στο θειο, στο Νίκο και στην οικογένεια της νύφης.
Ωστόσο δε μου άρεσε να ξαναγυρίσω αμέσως στην Αθήνα. Κατάφερα τον
πατέρα μου να πιστέψη κι αυτός πως είναι καλήτερο να μείνω λίγους
μήνες σπίτι και να πάω στην Αθήνα, άμα θα σίμωνε ο καιρός να δώσω
εξέτασες για την άδεια.

Είχα ξεχασμένη ολότελα τη Θάλεια όταν πήγα. Έδωσα εξέτασες, τόβαλα
στην εφημερίδα, τύπωσα μπιλιέτα με το νέο τίτλο μου και τόρριξα στο
γλέντι λίγες μέρες. Άμα σωθήκανε τα χρήματα κ' ετοιμαζόμουνα να φύγω
πάλι, θυμήθηκα ένα μπαούλο με βιβλία κι ασπρόρρουχα, που είχα αφήσει
στην παλιά νοικοκυρά μου και πήγα να το πάρω.

«Άντε να το βρης μαζί με τα δικά μου χρήματα», μου είπε η κυρά Αμαλία,
όταν της το γύρεψα.

Και μου διηγήθηκε πως ύστερα από κάνα μήνα που έφυγα, πήγε ο ξάδερφος
μου και της γύρεψε αν είχε κάμαρα για μια κυρία που είχε μαζί του. Σαν
της είχα γράψει εγώ πως δε θα ξαναγύριζα, τους έδειξε τη δική μου. Της
άρεσε της κυρίας και την έπιασε. Μια και γνώριζε τον ξάδερφό μου, δεν
έβαλε κακό στο νου της. Αφού της είπε μάλιστα πως είτανε ξαδέρφη και
των δυο μας ούτε ρώτησε περσότερα. Τον πρώτο μήνα της τον πληρώσανε.
Το τι γινότανε όμως εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Μαζεύονταν ένα σωρό,
ένας κ' ένας, όλοι τους παράξενοι, άλλοι ξυρισμένοι, άλλοι με μακριά
μαλλιά, και χαλούσανε τον κόσμο. Κοντέψανε να της φύγουν όλοι οι άλλοι
νοικάρηδες. Πολλές φορές τους παρακάλεσε να κανουνε σαν άνθρωποι,
έκαμε καυγάδες με δαύτους, αποφάσισε να πάη και στην αστυνομία να τους
βγάλη με το στανιό, μα λογάριαζε πάντα πως θάχανε όχι μοναχά τα νοίκια
που της χρωστούσε η κυρία, μα μαζί με αυτά και τα πλυστικά και τα
λεφτά για το φαγί που παράγγελνε συχνά και της φέρναν από το μαγέρικο
του αντρός της. Πράματα δεν είχε μπόλικα να της κρατήση. Μια φορά που
τη στενοχώρεσε, της πλήρωσε ένα μέρος κ' έτσι με την ελπίδα πως μπορεί
να πάρη και τάλλα και με το τάξιμο του ξάδερφού μου, πως θα πληρώση
αυτός, αναγκάστηκε να μην τη διώξη όσο που τη βδομάδα που πέρασε έφυγε
κρυφά τη νύχτα. Ένας από κείνους που ερχόντανε στην κάμαρά της
συνεννοήθηκε με το διάκο, που καθότανε στην αποκάτω κάμαρα, και
κατέβασαν από το παράθυρο τα πράματα με το σκοινί στην κάμαρα του
διάκου κι αποκεί από τάλλο το παράθυρο τα βγάλανε στο δρόμο. Μαζί με
αυτά πήγε και το δικό μου μπαούλο, που είχε μείνει σε μια γωνιά, αφού
είπε η κυρία πως δεν την πείραζε να μένη. Η κυρά Αμαλία άκουσε τη
φασαρία στην κάμαρα του διάκου, μα όσο να ντυθή να πάη να δη τι
τρέχει, είτανε πια αργά. Τα πράματα είτανε φευγατισμένα. Κ' η κυρά
Αμαλία άρχισε να μου λέη τι είπε και τι έψαλε του διάκου.

«Και την κυρία πώς τη λέγανε;» ρώτησα.

«Μαριγώ μας είπε πως τη λέγανε και κυρά Μαριγώ την κράζαμε. Μα κείνοι
που πηγαίνανε κ' ερχόντανε τη λέγανε κάπως αλλιώς. Σαν και τους
έπαιρνες λογαριασμό;»

Δεν είχα πια δισταγμό ποια είτανε. Μα το ανακάτωμα του Νίκου σε όλη
αυτή την ιστορία μου φάνηκε λίγο παράξενο.

«Ερχότανε συχνά ο ξάδερφός μου;» ρώτησα την κυρά Αμαλία.

«Κάθε μέρα δω είτανε».

«Ως τώρα τελευταία;»

«Το απόγεμα πρι να γείνη άφαντη η κυρία, μ' εκείνονε βγήκε όξω».

«Κι ο φίλος μου με το μακρύ ζακέ; τονέ θυμάσαι; ερχότανε κι αυτός;»

«Εκείνος με τα κόκκινα μαλλιά; Πώς δεν ερχότανε! Τώρα κοντά μια νύχτα
που πήγα και τους έβαλα τις φωνές γιατί κάνανε ανησυχία, εκείνος βγήκε
κάτι να μου πη και τον πήρα με τις σπρωχτιές».

Μου κεντήθηκε η περιέργεια. Έπρεπε να μάθω περσότερα γι' αυτή την
ιστορία. Χαιρέτησα την κυρά Αμαλία και το απόγεμα την ίδια μέρα έφερα
ένα γύρο τους καφενέδες, που ήξερα πως φώλιαζαν οι μαλλιαροί, πέρασα
κι από την μπίρα, μα δεν μπόρεσα να δω κανέναν. Τότε θυμήθηκα το
απόμερο καφενεδάκι του Κολονακιού. Είχε πιάσει καλοκαίρι και
στοχάστηκα πως θα μαζεύουνται εκεί όξω στη δροσιά. Πήρα ένα φίλο μου
για συντροφιά, δίχως να του πω τίποτες, και τον τράβηξα κατά κείνα τα
μέρη. Από μακριά ξαγνάντισα τα κόκκινα μαλλιά του Βελαδράπα. Καθόταν
πλάι στον ποιητή Βιδούρη. Μαζί τους είταν κάποιοι από τους παλιούς μου
γνώριμους και κάποιοι νέοι που τους έβλεπα πρώτη φορά. Πίσω από τον
ποιητή Βιδούρη ξανακαθότανε στο άλλο το τραπέζι ο αξιόπρεπος κύριος,
που έμοιαζε σαν απόστρατος αξιωματικός. Σαν είδα πως δεν είταν εκεί ο
Νίκος, είπα του συντρόφου μου να καθήσουμε λιγάκι στη δροσιά και μεις.
Καθήσαμε κι όταν ο ποιητής Βιδούρης γύρισε κατά μας τα μάτια, του
έβγαλα το καπέλο. Με χαιρέτησε κι αυτός. Οι άλλοι γύρισαν και
κοιτάζανε κι ο Βελαδράπας μου φάνηκε πως ξαφνίστηκε, σα με παρατήρησε.
Σε λίγο τον είδα μπήκε μες το καφενείο και κάτι είπε στο παιδί. Άμα
ήπιαμε τον καφέ μας, σηκωθήκαμε να φύγουμε. Δεν είχαμε κάμει πολλά
βήματα, όταν το παιδί του καφενέ έτρεξε και με σταμάτησε:

«Ένας κύριος εκεί θέλει να σε σμίξη και γυρεύει να του πης πού
κάθεσαι», μου είπε.

Του είπα το ξενοδοχείο μου κ' έφυγα.

Την άλλη μέρα, όταν είχα σηκωθή, χτύπησε η πόρτα και παρουσιάστηκε ο
Βελαδράπας.

«Έρχουμαι με ντροπή μου», είπε, «μα χρωστώ να σου πάρω συμπάθιο για
την προσβολή που σου έκαμα τότε. Εκείνος ο άτιμος με κούρτισε».

«Ποιος;» ρώτησα κι ας τον κατάλαβα.

«Εκείνος ο μπαγαπόντες, μα καλά τα πλήρωσα και γω».

Τον κοίταξα ξαφνισμένος.

«Τι δεν τα ξέρεις;» μου είπε.

«Τι να ξέρω;»

«Πως έγινε άφαντος ο — ».

«Πού να το ξέρω;»

«Ο μπαμπάς μου τόγραψε στο σπίτι του, στο θειο σου. Δεν τόμαθες;»

Τονέ βεβαίωσα πως δεν είχα είδηση.

«Άκου να σου τα πω λοιπόν», είπε.

Φώναξα και μας φέρανε καφέ κι ο Βελαδράπας διηγήθηκε στο μεταξύ:

«Τότε που έλαβα το γράμμα που σου έδειξα, αντίς να κάμω καθώς με
συμβούλεψες, στάθηκα ανόητος και το έδειξα του Νίκου. Μου είπε πως
είναι συκοφαντίες δικές σου, πως εσύ έβαλες κάποιον κ' έγραψε το
γράμμα. Στην αρχή δεν το πίστεψα, μα μ' έβαλε να ρωτήσω και τη Θάλεια,
αν είναι αλήθεια ή όχι».

«Τι αν είναι αλήθεια;» ρώτησα.

Μπερδεύτηκε: «Δηλαδή αν ένοιωσε το Νίκο νάχη κακό σκοπό κι αν εσύ
είχες ιδέα για τη Θάλεια. Τι τα θέλεις· έτσι με κατάφερε και σου
φέρθηκα όπως δεν έπρεπε». Σταμάτησε, σα νάχασε τη σειρά.

«Έπειτα;» ρώτησα.

«Έπειτα το γράμμα μ' έκανε κ' εμέ να προσέξω κ' είδα πράματις πως η
Θάλεια τονέ συμπαθούσε. Έγραφα ένα δράμα τότες — το είδες που το
τύπωσα; — και δε μου περίσσευε καιρός να χάσω γι' αυτό το πράμα. Είναι
αλήθεια πως δεν το πήρα για σπουδαίο, όσο που μια μέρα η μαμά τους
έπιασε στη σκάλα όξω από την κάμαρά μου. Δεν την είχε δει η Θάλεια πως
είτανε στην ταράτσα και — ».

«Τι και;»

«Τέλος παντων — τον πέταξε όξω αμέσως, πήρε να δείρη τη Θάλεια, τάβαλε
με μένα που τον έφερα στο σπίτι, τάκουσε η υπερέτρια, γίνανε ένα σωρό
φασαρίες. Έπειτα έπιασε πάλι η μαμά ένα γράμμα του Νίκου. Εκείνος μ'
έβαλε εμέ να μεσιτέψω, η Θάλεια φοβέριξε τη μαμά πως θα φύγη κρυφά
μαζί του, όσο που την ανάγκασε και το είπε του μπαμπά. Αυτός δεν ήθελε
ούτε νακούση, έγινε έξω φρενών το ξέκοψε της Θάλειας πως δεν τη δίνει
σε άνθρωπο, που δεν κάνει καμιά δουλειά, και τάβαλε κι αυτός με μένα.
Δεν ξέρεις τι τράβηξα από όλους εκεί μέσα. Τέλος πείσαμε το μπαμπά πως
ο Νίκος είναι δικηγόρος, ρώτησε κι ο ίδιος κ' έμαθε πως η μητέρα του
έχει καλή περιουσία κι άμα τέλος δέχτηκε κι ο Νίκος να τονέ διορίσουνε
στην Τράπεζα, αφού του έπεσε του μπαμπά κ' η Θάλεια στα πόδια, είπε το
ναι κι αρρεβωνιαστήκανε. Στην αρχή κανένα μήνα πήγε ήσυχα το πράμα κι
όλοι είμαστε ευχαριστημένοι. Ο μπαμπάς αποφάσισε να τους αγοράση ένα
σπίτι που το βρήκε φτηνό και να γίνη ο γάμος. Μα έπειτα ο Νίκος άρχισε
να ρεμπελεύη. Έλειπε συχνά από το γραφείο του και μια μέρα, που
ειδοποιήσανε τον μπαμπά από την Τράπεζα, θύμωσε κ' έκαμε παρατήρησες
του Νίκου. Μα κι ο Νίκος θύμωσε κι αυτός και δεν ήρθε ολότελα δυο
βδομάδες σπίτι. Έμπλεξε με την παρέα όξω, με την Κλεαρέτη, ξενυχτούσε,
τάμαθε η Θάλεια, ζήλευε και παρόμοιες αηδίες».

«Και συ πήγαινες όξω μαζί του;» τονέ ρώτησα.

«Τι νάκανα; έμπλεξα», απάντησε κοκκινίζοντας λίγο· «κοίταξα να τονέ
μαζέψω και το κατάφερα να τονέ φέρω πάλι σπίτι. Τα ξαναφτιάσανε με τη
Θάλεια. Ο μπαμπάς πήγε στην Τράπεζα και κατάφερε με κάποιο φίλο του να
τον περάσουνε για άρρωστο τις μέρες που έλειψε. Έγινε πιο ταχτικός στο
γραφείο του, μα τώρα άρχισε να γυρεύη από τη Θάλεια να μην καθήσουν
εδώ άμα θα παντρευόντανε, αλλά να πάνε στη Γερμανία, λέγοντας του
μπαμπά πως πάει να τελειοποιηθή ο Νίκος στην επιστήμη του. Η Θάλεια
δεν ήθελε να πάη. Την κατάλαβα πως είχε μετανοιώσει που
αρρεβωνιάστηκε, όταν γνώρισε πια ποιος είταν ο Νίκος. Είχε κιόλας
πάντα υποψίες πως έχει φιλίες με την Κλεαρέτη, το είπε μάλιστα και της
μαμάς και ξαναγίνανε νέες σκηνές κι ο Νίκος έπαψε πάλι νάρχεται στο
σπίτι. Ο μπαμπάς κ' η μαμά σκεφτήκανε να διαλύσουν αυτοί το
συνοικέσιο, το είπανε της Θάλειας, μα εκείνη — ».

Ο Βελαδράπας σώπασε μια στιγμή.

«Δεν ήθελε, ε;»

«Μην τα ρωτάς. Η ατιμία του δεν έχει όρια. Μπήκα στη μέση και
ξανασυμβίβασα το πράμα. Ο Νίκος ξαναήρθε σπίτι και φαινόταν ήσυχος
λίγον καιρό. Μα πάλι του άναψε ο καημός της Γερμανίας και ξανάρχισε να
γκρινιάζη τη Θάλεια να πη του μπαμπά να του δώση χρήματα. Η Θάλεια δεν
του έλεγε τίποτε κι ο Νίκος μια θύμωνε, μια ξεθύμωνε μαζί της, πότε
ερχότανε ταχτικά καμπόσες μέρες, πότε χανότανε καμπόσες πάλι, όσο που
την περασμένη βδομάδα τονέ χάσαμε ολότελα. Είμουν άρρωστος τρεις μέρες
και δεν μπορούσα να βγω να δω τι γίνεται. Μα μ' έβγαλε από τον κόπο ο
Θέμης Φλοίσβος. Ήρθε αγριεμένος σπίτι και μου είπε πως ο Νίκος έφυγε
με την Κλεαρέτη».

«Για πού;»

«Κανείς δεν ξέρει. Μπορεί νάναι και δω πουθενά κρυμμένοι».

Δεν μπόρεσα να μη γελάσω.

«Και μηδά φτάνει αυτό;» ξακολούθησε ο Βελαδράπας θυμωμένος, «μα έκαμε
κι άλλη ατιμία. Έβαλε την υπογραφή του μπαμπά και τράβηξε από την
Τράπεζα τρεις χιλιάδες δραχμές».

«Πάνε κι αυτές με τα δικά μου ασπρόρρουχα», ξαναγέλασα.

«Αυτές δεν πάνε ακόμα. Ο μπαμπάς έγραψε του πατέρα του να τις πληρώση,
αλλιώτικα θα τον καταγγείλη η Τράπεζα. Δεν είναι αστεία τρεις χιλιάδες
δραχμές· γιατί να τις πληρώσουμε μεις; Μας φτάνουν τάλλα».

Ξανασώπασε μια στιγμή.

«Βλέπεις τι άνθρωπος είταν ο ξάδερφος σου!» είπε έπειτα και σηκώθηκε.

«Υπεράνθρωπος», χαμογέλασα.

Έσκυψε το κεφάλι.

«Ε, πάμε τώρα λιγάκι όξω», του είπα σε λίγο και τονέ χτύπησα
παρηγορετικά στην πλάτη.

«Ξέρεις, η μαμά σαν άκουσε πας είσαι δω, γύρεψε να σε δη· μου είπε να
σε πάρω να πάμε», με παρακάλεσε.

«Ντρέπουμαι νάρθω», του απάντησα.

Και δεν πήγα. Τι να έκανα να πάω; Μα το απομεσήμερο ήρθε και με βρήκε
πάλι ο Βελαδράπας. Η μαμά του ήθελε σώνει και καλά να με δη.

Αναγκάστηκα και πήγα. Τη βρήκα μοναχή της στην τραπεζαρία. Με ήθελε να
πω και γω του αντρός της να μην καταγγείλη το Νίκο. Φοβότανε πως με
την καταγγελία δε θα βγάλη τίποτε, παρά θα γίνη μεγαλήτερο το
σούσουρο. Μπορεί κιόλας ο Νίκος να το μετανοιώση στο μεταξύ και να
γυρίση.

«Να τη στεφανωνότανε μονάχα κ' ύστερα ας έφευγε να πάη όπου θέλει»,
μου είπε και δάκρυσε.

Της έταξα πως θα το κάμω κ' έφυγα. Η Θάλεια δε βγήκε κι ας κάθησα
κοντά μια ώρα. Η μαμά της ούτε καν την δικαιολόγησε γιατί δε βγήκε.

Δεν έλαβα καιρό ούτε να σκεφτώ αν έπρεπε να πάω να σμίξω το γέρο
Πετροδίκη, γιατί περνώντας από το ξενοδοχείο μου βρήκα τηλεγράφημα του
πατέρα μου να φύγω αμέσως για την Πάτρα, να περιμείνω τη μητέρα μου,
που θάφτανε κει με το βαπόρι την άλλη μέρα. Απάνω κάτω μάντεψα τι
θάτρεχε κι όταν την έσμιξα, έμαθα πως χτύπησε αποπληξία την αδερφή της
κ' έτρεξε να την προφτάση ζωντανή. Φύγαμε βιαστικά και το βράδι
σταματήσαμε με το αμάξι στην αυλόπορτα της θειας μου.

Η Μαρία έτρεξε κάτω άμα μας άκουσε.

«Είναι λίγο καλήτερα», είπε σιγαλά, σα να φοβότανε μην την ακούση
απάνω η άρρωστη: «Να μη σας δη απόψε. Ο γιατρός διάταξε ησυχία».

Ανεβήκαμε σιγά τη σκάλα και μπήκαμε σιγότερα στην τραπεζαρία που είταν
ο θειος. Άμα μας είδε, έπεσε κλαίοντας στην αγκαλιά μας. Την άρρωστη
την είχανε στην κάμαρα του Νίκου και κοντά της είτανε μονάχα η κόρη
της, που είχε φτάσει πρωτήτερα από μας.

Στην τραπεζαρία είταν ακόμα μια αδερφή του θειου κ' οι τέσσερες
καθόμαστε σαν πετρωμένοι, τρομάζοντας μην τρίξη και το κάθισμα.

Η Μαρία μόνο πήγαινε κ' ερχότανε ανάλαφρα σαν ίσκιος, πατώντας
ξεπόδετη στα νύχια και κάθε φορά που ο θειος ξεχνιούμενος σήκωνε τη
φωνή περσότερο, παρουσιαζότανε στην πόρτα με το δάχτυλο στα χείλη.
Είτανε κατάχλωμη και τα μάτια της βαθουλωμένα.

Διηγήθηκα του θειου ό, τι γνώριζα από την ιστορία του γιου του και του
είπα πως μόνη σωτηρία είναι να πληρωθή η Τράπεζα και να σκεπαστή το
πράμα.

«Πού να βρω τα χρήματα, παιδί μου;» μου απάντησε: «Βρήκα κάποιονε να
μας δανείση με υποθήκη το χτήμα της θειας σου, μα στην κατάσταση που
είναι αυτή πώς να υπογράψη; Αυτή δεν μπορεί να κουνηθή. Φοβούμαστε
ακόμα και να της το πούμε, μην της έρθη και δεύτερη».

Η μητέρα μου έσκυψε λίγες στιγμές το κεφάλι της συλλογισμένη.

«Πιάσε και γράψε του πατέρα σου να βρη τα χρήματα· πες του όπως κάμη
να τα βρη», μου είπε έπειτα.

Η Μαρία μου έφερε χαρτί κ' έκαμα το γράμμα. Έκαμα κ' ένα άλλο του γέρο
Πετροδίκη, παρασταίνοντας τη θέση της μητέρας του Νίκου και
παρακαλώντας τον να περιμείνη ακόμα λίγες μέρες. Λογαριάζαμε πως το
πολύ σε τέσσερες μέρες θα είχαμε απάντηση από τον πατέρα μου.

Την άλλη μέρα μπήκε η μητέρα μου στην αδερφή της και κείνη φάνηκε σα
να τη γνώρισε. Την τρίτη είπε ο γιατρός πως ξέφυγε τον κίνδυνο για την
ώρα. Η ανησυχία είτανε τώρα τι θαπαντήση ο πατέρας μου. Η μητέρα μου
ήθελε να του τηλεγραφήσω. Μα ξέροντας το χαραχτήρα του και τη λίγη
σκοτούρα, που είχε για τους δικούς της γυναικός του, είπα πως του
τηλεγράφησα, δίχως και να το κάμω.

Το άλλο πρωί σαν ξύπνησα, η Μαρία μαζί με τον καφέ μου έφερε ένα
γράμμα και μιαν εφημερίδα. Άνοιξα το γράμμα. Είταν από το Βελαδράπα
και μου έλεγε πως το δικό μου γράμμα στον πατέρα του έφτασε αργά. Η
Τράπεζα είχε λάβει από μέρες πια τα μέτρα της κ' η γερμανική αστυνομία
έπιασε το Νίκο στο Μόναχο, που πήγε με την Κλεαρέτη. Ο Θέμης Φλοίσβος
μάλιστα για να τους εκδικηθή έκαμε το φευγιό τους και τη σύλληψη του
Νίκου ανάγνωσμα στο Μηνύτορα. Μου έστελνε το φύλλο να το δω και γω.

Ο θειος έλειπε από το σπίτι και πήγα κ' έκραξα τη μητέρα μου και της
διάβασα το γράμμα.

«Κοίταξε μην το μάθη η θεια», της είπα καθώς έφευγε.

«Τι να μη μάθη η θεια;» άκουσα άξαφνα από πίσω μου τη φωνή της Μαρίας,
που είχε μπη στην κάμαρα κι απόδετη όπως περπατούσε, δεν την κατάλαβα.

«Τίποτες», μουρμούρισα.

«Πώς τίποτες; Είταν το γράμμα απ' τον πατέρα σου; Δεν μπορεί να κάμη
τίποτες;*

Δεν της απάντησα.

«Αλήθεια δεν μπορεί να κάμη τίποτες;» με ξαναρώτησε.

«Τι να κάμη; Είναι πια αργά».

«Τι αργά;» είπε χλωμαίνοντας.

«Τον τσακώσανε το Νίκο».

Ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο και με κοίταξε μια στιγμή. Έπειτα
δίχως να πη λόγο βγήκε από την πόρτα.

Άνοιξα την εφημερίδα να διαβάσω τι έγραφε ο Θέμης Φλοίσβος. Μα άξαφνα
στοχάστηκα πως η εφημερίδα μπορή να ήρθε και στον καφενέ και να το
μάθη ο θειος ξαφνικά στην αγορά. Σηκώθηκα να πάω να τον προλάβω. Καθώς
βγήκα αγάλια στο σαλότο, από τη μισοανοιγμένη πόρτα της κουζίνας είδα
τη Μαρία σωριασμένη στο τραπέζι με το κεφάλι σκυφτό στα χέρια της —  —
—  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —
 —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —
—  —  —  —  —

Ο φίλος μου, που μου διηγήθηκε την ιστορία, σώπασε.

«Κ' ύστερα;» τονέ ρώτησα.

«Τι ύστερα;»

«Τι απογίνανε;»

«Ποιοι τι απογίνανε; Ο Νίκος κάθησε καναδυό χρόνια φυλακή και τώρα δεν
τον ξέρω και γω πού βρίσκεται. Ο φίλος μου ο Βελαδράπας έκοψε τα
μαλλιά, άφησε το μουστάκι του και τα δράματα, και κάθησε και διάβασε.
Πήρε το δίπλωμά του και σημέρα είναι δικαστής. Κάνει και φιγούρα
κιόλας»,

«Κ' η Θάλεια;»

«Πολλά ζητάς. Μη θες να ξέρω τι έγινε κ' η Κλεαρέτη;» μου απάντησε και
δεν ξαναμίλησε.



Τ Ε Λ Ο Σ



ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ από όλους τους λογογράφους μας
ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
εις 120 τόμους δεμένους αξίας δραχ 315
με 10 Δραχ. κατά μήνα

ΕΞΕΔΟΘΗΣΑΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
Πέρσαι, Μεταφρ. Ιωάννου Ζερβού        1,50
Αγαμέμνων, Μεταφρ. Ι. Γρυπάρη         1,50
Ευμενίδες, Μετάφρασις Ιω. Γρυπάρη    1,50
Χοηφόροι, Μεταφρ. Ιω. Γρυπάρη         1,50
Προμηθεύς Δεσμώτης, Μετ. Ι. Ζερβού    1,50
Επτά επί Θήβας, Μετ. Ιω. Γρυπάρη      1,50
Ικέτιδες, Μεταφρ. Μ. Αυγέρη           1,50
Ολόκληρος ο Αισχύλος εις 7 τόμους    10,50

ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ
Αντιγόνη, Μετάφρ. Κ. Χρηστομάνου      1,50
Τραχίνιαι, Μετάφρ. Α. Καμπάνη         1,50
Οιδίπους Τύραννος, Μετ. Α. Καμπάνη    1,50
Φιλοκτήτης, Μετάφρ. Α. Καμπάνη        1,50
Αίας, Μετάφρασις Κ. Βάρναλη           1,50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη            1,50
Οιδίπους επί Κολ. Μ. Ηλ. Βουτιερίδου  1,50
Ολόκληρος ο Σοφοκλής εις 7 τόμους    10,50

ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ
Ιφιγένεια η εν Ταύρ. Μτ. Κυπαρίσση    1,50
Ιππόλυτος ο Στεφαν. Μτ. Α. Τανάγρα    1,50
Φοίνισσαι, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη         1,50
Άλκηστις, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου      1,50
Βάκχαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη            1,50
Μήδεια, Μετάφρ. Α. Τανάγρα            1,50
Ικέτιδες, Μετάφρ. Ν. Ποριώτη          1,50
Κύκλωψ, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου        1,50
Ίων, Μετάφρ. Π. Δημητρακοπούλου       1,50
Ανδρομάχη, Μετάφρ. Γ. Τσοκοπούλου     1,50
Ηλέκτρα, Μετάφρ. Α. Τανάγρα           1,50
Ηρακλής μαινόμενος, Μετ. Κ. Βάρναλη   1,50
Ιφιγένεια η εν Αυλίδι, Μτ. Ι. Φραγκιά 1,50
Ηρακλείδαι, Μετάφρ. Κ. Βάρναλη        1,50
Ρήσος, Μετάφρασις Α. Καμπάνη          1,50
Ορέστης, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού           1,50
Εκάβη, Μετάφρασις Ν. Ποριώτη          1,50
Τρωάδες, Μετάφρασις Α Καμπάνη         1,50
Ολόκληρος ο Ευριπίδης εις 19 τόμους  28,50

ΘΕΟΚΡΙΤΟΥ
Ειδύλλια, Μετάφρασις Ιω. Πολέμη       2

ΟΜΗΡΟΥ
Ιλιάς, Μτ. έμμετρ. Ι. Ζερβού, τομ 4;  8;
Οδύσσεια, Μτ. έμμ. Ι. Πολυλά, τομ.4;  6;

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ
Εκκλησιάζουσαι, Μτ. Π. Δημητρακοπ.    2
Όρνιθες, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου      3;
Βάτραχοι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου     3
Λυσιστράτη, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου   2
Νεφέλαι, Μετ. Π. Δημητρακοπούλου      2
Αχαρνής, Μετάφρ. Μ. Αυγέρη            2,50
Ιππής,  Μετάφρασις Μ. Αυγέρη          2,50
Σφήκες, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη          2,50
Ειρήνη, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη          2,50
Πλούτος, Μετάφρασις Μ. Αυγέρη         2,50
Θεσμοφοριάζουσαι, Μετ. Μ. Αυγέρη      2,50
Ολόκληρος ο Αριστοφάνης εις 11 τόμους [*]

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
Απομνημονεύματα, Μετ. Κ. Βάρναλη
Κύρου Ανάβασις, Μ. Αναστασ. τομ. 3;

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΥ
Χαρακτήρες, Μετάφρ. Μ. Σιγούρου

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ
Πελοπονν. πόλεμ. Μτ. Ι. Ζερβου τ.4

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ
Άπαντα Μτ. Ιω. Κονδυλάκη, τομ. 6

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ
Αθηναίων Πολιτεία, Μετ. Ιω. Ζερβού
Ηθικά Νικομάχεια, Μετ. Κ. Ζάμπα
Περί ψυχής, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Μικρά Φυσικά, Μετ. Π. Γρατσιάτου

ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥς
Οι Τρεις Ολυνθιακοί, Μτ. Ν. Γκινοπούλου
Ο περί στεφάνου λόγος, Μ. Γκινοπούλου
Οι τέσσερες φιλιππικοί, Μτ. Γκινοπούλου

ΠΛΑΤΩΝΟΣ
Ευθύφρων, Μετ. Αλ. Μωραϊτίδου
Απολογία Σωκράτ, Μτ. Α. Μωραϊτίδου
Κρίτων, Μετάφρ. Ν. Γκινοπούλου
Φαίδων, Μετάφρ. Αρ. Χαροκόπου
Κρατύλος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Θεαίτητος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Σοφιστής, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Πολιτικός, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Παρμενίδης, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Φίληβος, Μετάφρασις Κ. Ζάμπα
Συμπόσιον, Μετ. Ν. Κουντουριώτου
Φαίδρος, Μετάφρασις Κ. Γούναρη
Αλκιβιάδης Α' και Β', Μτ. Καζαντζάκη
Ίππαρχος-Αντερασταί, Μετάφρασις Κ. Κωνσταντινίδου
Χαρμίδης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Λάχης, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Λύσις, Μετάφρασις Α. Καμπάνη
Ευθύδημος, Μετάφρ. Ιω. Γρυπάρη
Πρωταγόρας, Μετάφρ Α. Χαροκόπου
Γοργίας, Μετάφρ. Αλ. Φιλαδελφέως
Μένων, Μετάφρ. Χ. Παπαντωνίου
Ιππίας μείζων και ελάσσων Μτ. Ζάμπα
Μενέξενος, Μετάφρ. Ιω. Ζερβού
Πολιτεία, Μετ. Ιω. Γρυπάρη, τόμοι 2
Τίμαιος, Μετάφρ. Π. Γρατσιάτου
Κριτίας, Μετάφρ. Α. Χαροκόπου
Νόμοι και Επινομίς, Μετ. Ζάμπα τόμ 4;
Ερυξίας-Αξίοχος-Αλκυών, Μτ. Μάνε
Δημόδοκος - Σίσυφος-Κλειτοφών-
Ίων-Μίνως, Μετ. Ν. Καζαντζάκη
Θεάγης - περί Δικαίου-περί Αρετής,
Μετάφρασις Λυμπεροπούλου
Επιστολά και Όροι, Μετ. Κ. Ζάμπα
Ολόκληρος ο Πλάτων εις 33 τόμους

ΗΡΟΔΟΤΟΥ
Μούσαι Μετ. Α. Σκαλίδου τομ 4

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΥ
Βίοι Παράλληλοι, Μτ. Α. Ραγκαβή

ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ
Εγχειρίδιον, Μετ. Α. Καμπάνη

Δια τους αγοράζοντας όλην την σειράν των Αρχαίων Ελλήνων
Συγγραφέων το δέσιμον εκάστου τόμου υπελογίσθσ λεπτά 50.
Δια τους αγοράζοντας τόμους χωριστά το δέσιμον εκάστου
τόμου δραχ. 1.-

[* Εφ' εξής πολλές από τις τιμές είναι δισδιάκριτες, οπότε
δεν τις αναγράφω]





*** End of this LibraryBlog Digital Book "Υπεράνθρωπος - Διήγημα" ***

Copyright 2023 LibraryBlog. All rights reserved.



Home